Διεθνείς Σχέσεις

Είχε τελικά δίκιο η Γερμανία που αποταμίευε τα χρήματά της;

Επιτέλους, μετά από χρόνια κατά τα οποία σχεδόν όλος ο υπόλοιπος κόσμος επέπληττε τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης για το γεγονός ότι έδειχνε μια εντελώς συνειδητή “τσιγκουνιά” όσον αφορά το κρατικό της “πορτοφόλι”, η γερμανική κυβέρνηση ξεφορτώθηκε το δημοσιονομικό της “νεροπίστολο” και τράβηξε το δημοσιονομικό “μπαζούκα”. 

 

Είναι κρίμα βέβαια ότι χρειάστηκε μια πανδημία για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Τη Δευτέρα, το υπουργικό συμβούλιο της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, η οποία βρίσκεται σε καραντίνα μετά από την έκθεσή της σε επαφή με γιατρό ο οποίος βρέθηκε αργότερα θετικός στον κορονοϊό, ανακοίνωσε πρόσθετο κρατικό δανεισμό ύψους έως 350 δισ. ευρώ (376 δισ. δολαρίων).

 

 

Ωστόσο για τη Γερμανία ένα τέτοιο βήμα έγινε πολύ πιο δύσκολα.

Το “μαύρο μηδέν”

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η κυβέρνηση Μέρκελ έχει εδώ και χρόνια στηρίξει την αξιοπιστία της έναντι των Γερμανών ψηφοφόρων σε μια δρακόντεια ισορροπημένη δημοσιονομική πολιτική, η οποία έχει λάβει το όνομα “μαύρο μηδέν” και η οποία πρακτικά σημαίνει ότι οι φορολογικές εισπράξεις πρέπει απαραιτήτως να είναι απόλυτα ισοσκελισμένες με τις δημοσιονομικές δαπάνες.

Αυτή η πολιτική ήταν συνέπεια μιας συνταγματικής αναθεώρησης η οποία έλαβε χώρα το 2009. Εμπνευσμένη από το χρηματοοικονομικό κραχ της περιόδου και αποκαλούμενη “φρένο χρέους”, περιορίζει αυστηρά τα επίπεδα του κρατικού δανεισμού, εκτός της περίπτωσης απρόβλεπτων καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.

Για χρόνια, μια διεθνής συναίνεση που εκτείνεται από την Ουάσινγκτον μέχρι το Παρίσι και από τη Ρώμη έως τις Βρυξέλλες έρχεται αντιμέτωπη με αυτό το γερμανικό “φρένο”. Η Γερμανία χρειάζεται πραγματικά τις δημόσιες επενδύσεις για να εκσυγχρονίσει τις τσακισμένες υποδομές της, είναι η αρχή του επιχειρήματος όλων των παραπάνω. Είναι επίσης η μόνη μεγάλη οικονομία στη ζώνη του ευρώ με τη δημοσιονομική ικανότητα να τονώσει την αναπτυξιακά “βαλτωμένη” ήπειρο, προσθέτουν σταθερά οι επικριτές του “μαύρου μηδενός”.

Το 2019, ακόμη και πολλοί Γερμανοί οικονομολόγοι έφτασαν να υιοθετήσουν αυτή την “αγγλοσαξονική” θέση. Ομοίως το έπραξαν και πολιτικοί από τον χώρο της γερμανικής Κεντροαριστεράς, συγκεκριμένα οι Πράσινοι, σε αντίθεση με τους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι συμμετέχουν στο κυβερνητικό συνασπισμό υπό την Μέρκελ.

Οι συντηρητικοί της Μέρκελ ωστόσο έχουν ήδη αρχίσει να οχυρώνονται. Ακόμη και τώρα, ισχυρίζονται ότι το “φρένο χρέους” τους όχι μόνον δεν αποτελεί μέρος του προβλήματος, αλλά αποκαλύπτεται και ως η λύση του. Εάν η Γερμανία, σε αντίθεση – για παράδειγμα – με την Ιταλία, είναι πλέον σε θέση να ξοδέψει όσα χρειάζεται, χωρίς άνω όριο δαπανών, αυτό συμβαίνει μόνον χάρη στη συνετή δημοσιονομική διαχείριση της χώρας όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Και ο κανόνας του “μαύρου μηδενός”, με τη ρήτρα που επιτρέπει εξαιρέσεις κατά τη διάρκεια καταστροφικών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, ήταν – λένε – πάντοτε αρκετά ευέλικτος, ακόμη και για την περίπτωση μιας πανδημίας.

Η Γερμανία πρέπει επιτέλους ηγηθεί της Ευρωζώνης

Ίσως. Εκείνο όμως που εξακολουθεί να παραβλέπει η συγκεκριμένη γερμανική λογική είναι ο ιδιαίτερος ρόλος της Γερμανίας στη ζώνη του ευρώ. Ακόμα και τώρα, η ανταπόκριση της χώρας είναι καθαρά εθνικού – εσωτερικού χαρακτήρα και κατευθύνεται μόνον ενάντια στην αναμενόμενη εγχώρια οικονομική επιβράδυνση, την οποία ένα think tank το οποίο εδρεύει στο Μόναχο υπολογίζει κάπου μεταξύ 255 και 729 δισ. ευρώ, ποσό το οποίο ισοδυναμεί με συρρίκνωση της παραγωγής κατά 7,2% έως 20,6%.

Η Γερμανία αντίθετα θα πρέπει να σκέφτεται τον εαυτό της ως το μεγαλύτερο μέρος μιας ακόμη μεγαλύτερης οικονομίας, εκείνης της ζώνης του ευρώ. Αυτό που οι Γερμανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της Μέρκελ, εξακολουθούν να μην έχουν καταλάβει είναι ότι η Γερμανία είναι στην πραγματικότητα ο “ηγεμόνας” του νομισματικής ένωσης ή αλλιώς ο οικονομικός “φύλακας – άγγελός” της.

Προκειμένου να διατηρηθεί αυτή η ένωση, η Γερμανία θα όφειλε να ηγηθεί μιας ευρωπαϊκής και όχι μόνον μιας στενά εθνικής απάντησης, αν όχι κατά τη διάρκεια της πανδημίας, τουλάχιστον αμέσως μετά.

Αυτό θα απαιτούσε τη δημιουργία κάποιας μορφής υπουργείου Οικονομικών της Ευρωζώνης, παρόμοιου με εκείνο της Αμερικής, το οποίο θα συνέλεγε νέους, πανευρωπαϊκούς (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Ευρωζώνη) φόρους, οι οποίοι θα εξοφλούσαν ομόλογα τα οποία θα εξέδιδε η Ευρωζώνη σαν σύνολο, ανάλογα των κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ.

Η περιφέρεια των 19 κρατών μελών θα ήταν έτσι σε θέση να εκδίδει χρέος με χαμηλότερα επιτόκια σε σχέση με τα μεμονωμένα μέλη της, όπως η Ιταλία. Τα χρήματα θα κατευθύνονταν προς τους τομείς εκείνους όπου θα κρίνονταν αναγκαία.

Φυσικά, θα ήταν παράλογο να φανταστούμε ότι η Ευρωζώνη μπορεί απλώς, με μια “μαγική” άμεση κίνηση, να ολοκληρώσει μια τέτοια δημοσιονομική ένωση – αμφισβητούμενη ακόμη και σε καλές εποχές – υπό το βάρος μιας παγκόσμιας υγειονομικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Εξ ορισμού, η διαδικασία θα απαιτήσει αντισταθμίσματα, πρόσθετους περιορισμούς στους εθνικούς προϋπολογισμούς και επομένως μεγαλύτερη πολιτική ολοκλήρωση.

Προς το παρόν, καθώς τα 19 μέλη της Ευρωζώνης μάχονται το καθένα ξεχωριστά για τη ζωή των πολιτών του, η προσπάθεια περιορισμού του κορονοϊού πρέπει να παραμείνει η βασική τους προτεραιότητα.

Καθώς ωστόσο οι χώρες της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, αγωνίζονται να σώσουν τις εθνικές τους οικονομίες από τα χειρότερα, θα πρέπει επίσης να προετοιμάζονται ψυχικά και πνευματικά για την ημέρα που ο ιός θα υποχωρήσει ως απειλή, φέτος ή έστω το 2021.

Ακόμη και αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) καταφέρει να αποτρέψει ακόμη μια κρίση κρατικού χρέους, οι χώρες του ευρώ θα βγουν από την πανδημία με πολύ διαφορετικά επίπεδα χρέους, ακριβώς τη στιγμή που θα πρέπει να επανεκκινήσουν τις οικονομίες τους.

Ας δώσουμε λοιπόν στη Γερμανία απλόχερα τα δύο χειροκροτήματα στα οποία αναφερθήκαμε στην αρχή, για το ξεκίνημά της. 

 

Ας κρατήσουμε ωστόσο ένα τρίτο χειροκρότημα για τη στιγμή που το Βερολίνο τελικώς θα προχωρήσει σε αυτό το επιπλέον βήμα και θα αποδεχθεί τον ρόλο του ως οικονομικού ηγέτη μιας νομισματικής ένωσης, μιας ένωσης που πρέπει να ολοκληρωθεί εάν είναι να επιβιώσει όχι μόνον της τρέχουσας πανδημίας, αλλά και της επόμενης κρίσης.

Των Andreas Kluth και Ferdinando Giugliano
BloombergOpinion
capital.gr

Πηγή http://politika-gr.blogspot.com/2020/03/blog-post_122.html

Popular

To Top