Διεθνείς Σχέσεις

Η επανάσταση της Ιταλίας ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Πριν από τριάντα χρόνια, δύο Ιταλοί οικονομολόγοι, ο Francesco Giavazzi και ο Marco Pagano, δημοσίευσαν ένα έγγραφο [1] εξηγώντας γιατί οι κυβερνήσεις θα δεσμευτούν με διεθνείς οικονομικές συμφωνίες που περιορίζουν τις πολιτικές επιλογές τους.

Ο εξωτερικός περιορισμός, υποστήριξαν, ήταν το κόστος της αξιοπιστίας.

  • Με το να δένουν τα χέρια τους, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επικοινώνησαν στις αγορές ότι είχαν δεσμευθεί για υπεύθυνες αλλά οδυνηρές και ενδεχομένως μη δημοφιλείς πολιτικές.
  • Και με το να διαμορφώνουν τις προσδοκίες της αγοράς, οι φορείς χάραξης πολιτικής καθιστούσαν ευκολότερη και λιγότερο δαπανηρή την επίτευξη των δικών τους εγχώριων στόχων.

Για περίπου δύο δεκαετίες, που ξεκίνησαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μέχρι την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης [2] το 2008-09, οι Ιταλοί πολιτικοί χρησιμοποίησαν αυτή την έννοια του εξωτερικού περιορισμού -στα ιταλικά, vincolo esterno- για να εισαγάγουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στις συντάξεις, τις αγορές εργασίας, και τα δημόσια οικονομικά.

Ως πρωθυπουργός, ο Romano Prodi μέχρι που χρησιμοποίησε το vincolo esterno για να βοηθήσει την Ιταλία να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ένταξης στο ευρώ [3].

Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση της Ιταλίας, μια συμμαχία μεταξύ του αριστερού λαϊκιστικού Κινήματος των Πέντε Αστέρων (M5S) και της δεξιάς λαϊκίστικης Lega, κήρυξε τον τερματισμό αυτού του είδους σηματοδότησης μέσω του περιορισμού.

Ο στόχος τους, που περιγράφεται σε ένα έγγραφο 58 σελίδων το οποίο καλύπτει τα πάντα, από την αγροτική πολιτική έως την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, είναι η πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων χωρίς διεθνείς δεσμεύσεις [4]. Τα χέρια της Ιταλίας δεν θα είναι πλέον δεμένα.

Το πρόβλημα είναι ότι οι διεθνείς περιορισμοί που συμφωνήθηκαν από προηγούμενες κυβερνήσεις δεν έχουν εξαφανιστεί. Η Ρώμη παραμένει εμπλεκόμενη με τις διαδικασίες της ΕΕ για τον συντονισμό των μακροοικονομικών πολιτικών, οι οποίες απαιτούν τη μείωση του χρέους και του ελλείμματός της [5] και τη μεταρρύθμιση άλλων οικονομικών θεσμών.

Επιπλέον, η Ιταλία εξαρτάται περισσότερο από τις αγορές τώρα παρά ποτέ. Εάν οι αγορές ξαφνικά αλλάξουν τις προσδοκίες τους για την Ιταλία -αν πιστέψουν ότι η νέα κυβέρνηση δεν θα συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις των προηγούμενων- ο δανεισμός θα γίνει πιο δαπανηρός και η χάραξη πολιτικής πιο περίπλοκη. Ο Giavazzi και ο Pagano είχαν δίκιο σε αυτό.

Οι νέοι εταίροι του [κυβερνητικού] συνασπισμού φαίνεται να μην ενδιαφέρονται.

Πράγματι, φαίνονται πρόθυμοι να αποδείξουν ότι έχουν την θέληση να πληρώσουν [το όποιο κόστος] για [να έχουν] μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών.

Αυτή η επιθυμία τους να απορρίψουν το vincolo esterno είναι κρίσιμη για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση θα προσεγγίσει τόσο την ΕΕ όσο και την δική της εγχώρια μεταρρυθμιστική ατζέντα.

Εξηγεί το γιατί πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που προτείνει ο συνασπισμός -συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με τις συντάξεις, την στήριξη του εισοδήματος, τα δημόσια οικονομικά, την φορολογική μεταρρύθμιση και την τραπεζική εποπτεία- έρχονται σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της Ιταλίας και γιατί οι ηγέτες του M5S και της Lega αντιδρούν τόσο γρήγορα σε οποιεσδήποτε ευρωπαϊκές δηλώσεις σχετικά με την σημασία της τήρησης των κανόνων (την Τρίτη, ο ηγέτης της Lega, Matteo Salvini, προειδοποίησε την Γαλλία [6] ενάντια στο «να χώνει τη μύτη (της) στις υποθέσεις άλλων λαών»).

Το πιο σημαντικό, αυτή η επιθυμία απελευθέρωσης από εξωτερικούς περιορισμούς εξηγεί γιατί η σύνθεση της υπουργικής ομάδας είναι λιγότερο σημαντική από τις γενικές δεσμεύσεις που σκιαγραφούνται στην συμφωνία [σύμπηξης] του συνασπισμού.

Είτε η νέα κυβέρνηση διορίσει έναν οικονομολόγο είτε έναν πολιτικό ως Υπουργό Οικονομικών, πρόκειται να αποτρέψει κάθε προσπάθεια των εξωτερικών παραγόντων να την αναγκάσουν να αντεπεξέλθει στις φιλοδοξίες της, οι οποίες περιλαμβάνουν μιαν επανάσταση όσον αφορά το πώς φορολογούνται τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, τον τρόπο με τον οποίο τυγχάνουν διαχείρισης οι παράνομοι μετανάστες και οι επιζητούντες άσυλο, και πώς λειτουργεί το ιταλικό κράτος πρόνοιας για να υποστηρίξει τους ηλικιωμένους, τους φτωχούς, αυτούς που αναζητούν εργασία και εκείνους που δεν μπορούν να υποστηρίξουν τον εαυτό τους.

ΠΑΡΤΥ ΔΑΠΑΝΩΝ

Την Τετάρτη, αφότου ο Ιταλός πρόεδρος, Sergio Mattarella, τελικά συναίνεσε στον διορισμό του Giuseppe Conte ως νέου πρωθυπουργού, ο Σαλβίνι ανακοίνωσε γρήγορα τις κυβερνητικές προτεραιότητες για τους πρώτους τρεις μήνες της στην εξουσία -μείωση των φόρων και ανατροπή των αντιδημοφιλών συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων που ψηφίστηκαν το 2011 από την κυβέρνηση της κρίσης με επικεφαλής τον Mario Monti.

Μερικά από αυτά θα είναι σχετικά ειλικρινή.

Ο νέος συνασπισμός δεν μπορεί να αλλάξει ριζικά τον ιταλικό φορολογικό κώδικα στις πρώτες εκατό ημέρες του, αλλά μπορεί να εξαλείψει ορισμένους από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης επί της βενζίνης και να αρχίσει να αλλάζει τα κριτήρια επιλεξιμότητας για συντάξεις, π.χ. αντικαθιστώντας τις απαιτήσεις ηλικίας με τα έτη εργασίας, και επιτρέποντας στις γυναίκες να αποχωρήσουν από το εργατικό δυναμικό νωρίτερα από τους άνδρες.

Αυτές ακούγονται σαν μικρές αλλαγές, αλλά θα είναι ακριβές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Carlo Cottarelli, του πρώην διευθυντή δημοσιονομικών υποθέσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η κατάργηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης θα οδηγήσει σε απώλειες εσόδων πέραν των 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η αλλαγή στις συντάξεις θα προσθέσει περίπου 9,4 δισεκατομμύρια δολάρια σε δαπάνες.

Εξάλλου, μακροπρόθεσμα, το κόστος των μεταρρυθμίσεων στον τομέα των συντάξεων μόνο θα αυξηθεί καθώς περισσότεροι άνθρωποι θα φθάνουν στην πρόωρη επιλεξιμότητα.

Ο ηγέτης της Lega, Matteo Salvini, μιλά προς τον Τύπο στην Ρώμη, τον Μάιο του 2018. TONY GENTILE / REUTERS

—————————————————————–

Εν τω μεταξύ, η ΕΕ αναμένει από την Ιταλία να βρει άλλες αποταμιεύσεις ύψους 5,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την επίτευξη των δημοσιονομικών της στόχων για το τρέχον έτος και 11,7 δισεκατομμύρια δολάρια για να αποφευχθεί μια αυτόματη αύξηση των φόρων προστιθέμενης αξίας που προβλέπεται να πραγματοποιηθεί τον Ιανουάριο του 2019, ως τμήμα των δεσμεύσεών της προς την ΕΕ. Ως εκ τούτου, δεν αρκεί να βλέπει κάποιος το τι θα κάνει η νέα κυβέρνηση στις πρώτες εκατό ημέρες της˙ αυτό που δεν θα κάνει, είναι επίσης σημαντικό να ληφθεί υπόψη.

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΕΚΤΟΣ ΚΑΝΟΝΩΝ

Το χάσμα μεταξύ των πολιτικών της νέας κυβέρνησης και των προσδοκιών της ΕΕ [7] θα είναι εμφανές στο τροποποιημένο οικονομικό και δημοσιονομικό έγγραφο που πρέπει να παράσχει η κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Σεπτέμβριο. Στο εν λόγω έγγραφο παρουσιάζεται ο αναμενόμενος αντίκτυπος των πολιτικών της κυβέρνησης στους δημοσιονομικούς λογαριασμούς της, έτσι ώστε η επιτροπή να μπορεί να αξιολογήσει εάν η Ιταλία θα πληροί τους ευρωπαϊκούς κανόνες για τον περιορισμό των χρεών και των ελλειμμάτων. Θα είναι δύσκολο να αποφευχθεί ενός είδους αναμέτρηση, εάν η ιταλική υποβολή [του εγγράφου και συνεπώς του περιεχομένου του] αποκλίνει ευρέως από τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Η νέα κυβέρνηση φαίνεται να την θέλει αυτή την αναμέτρηση. Παρόλο που ο Mattarella επέμενε επανειλημμένα ότι οποιοσδήποτε πρωθυπουργός ορίσει αυτός θα πρέπει να σέβεται την θέση της Ιταλίας στην Ευρώπη, η επιρροή του θα μειωθεί σημαντικά μόλις η νέα κυβέρνηση λάβει την πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Ιταλικού Κοινοβουλίου. Αυτό θα συμβεί στις αρχές της επόμενης εβδομάδας. Όταν συμβεί αυτό, ο πρωθυπουργός, κι όχι ο πρόεδρος, θα είναι υπεύθυνος για το γενικό πρόγραμμα της κυβέρνησης. Πολλοί ανησυχούν ότι ο Conte, ένας αφανής καθηγητής του Δικαίου με περιορισμένη εμπειρία στην πολιτική, θα έχει μικρή αυτονομία σε σχέση με τον Salvini ή τον Luigi Di Maio, τον ηγέτη του M5S. Οι σημαντικότεροι περιορισμοί του Conte, ωστόσο, απορρέουν από τις λεπτομερείς πολιτικές που συμφωνήθηκαν στην συμφωνία [σύμπηξης] του συνασπισμού, η οποία καθορίζει το πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης.

Σήμερα, το πρόγραμμα περιλαμβάνει έναν αριθμό από θέσεις που φαίνονται να είναι προσαρμοσμένες ώστε να προκαλέσουν κάποια αντίδραση από την Ευρώπη. Για παράδειγμα, η συμφωνία του συνασπισμού περιλαμβάνει ένα μακρύ χωρίο για τον πόνο που υπέστησαν οι συνηθισμένες οικογένειες όταν οι ιταλικές τράπεζες αναδιαρθρώθηκαν ή οδηγήθηκαν σε κλείσιμο το 2015 και το 2016, κατά την διάρκεια της πρωθυπουργίας του ηγέτη του Δημοκρατικού Κόμματος, Matteo Renzi [8]. Η συμφωνία υπόσχεται να βρει τρόπους για να εξασφαλίσει ότι, στο μέλλον, οι οικογένειες θα αποζημιωθούν για τις τυχόν ζημίες που υπέστησαν ως αποτέλεσμα της έκθεσης σε τραπεζικά ομόλογα και μετοχές.

Μια τέτοια δέσμευση έρχεται αντιμέτωπη με την επανειλημμένη ολλανδική και γερμανική επιμονή ότι οι επενδυτές των τραπεζών πρέπει να μοιράζονται τις συνέπειες όταν οι διαχειριστές των τραπεζών αναλαμβάνουν περιττούς κινδύνους. Και παρόλο που οι Βορειοευρωπαίοι υποστηρίζουν ότι οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν περιορισμούς όσον αφορά στην έκθεσή τους στο δημόσιο χρέος που εκδίδουν οι χώρες καταγωγής τους (λόγω του φόβου ότι τα δημόσια οικονομικά και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα θα συνδεθούν πολύ στενά), η συμφωνία του ιταλικού συνασπισμού επιμένει ότι ολόκληρη η αντιμετώπιση των κρατικών χρεών που κατέχουν οι τράπεζες σε διεθνές επίπεδο πρέπει να επανεξεταστεί.

Υπάρχουν άλλα παραδείγματα όπου η συμφωνία του συνασπισμού δείχνει μια θέληση να σκεφτεί έξω από το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Για παράδειγμα, προτείνει την ανάπτυξη πολύ μικρών δεσμεύσεων κρατικού χρέους [στμ: δηλαδή κρατικά ομόλογα μικρής ονομαστικής αξίας], οι οποίες να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πληρωμές για καθυστερούμενες οφειλές του δημοσίου και στην συνέχεια να διαπραγματεύονται από τους αποδέκτες σε δευτερογενείς αγορές, πράγμα που θα πήγαινε πολύ μακριά προς το να βοηθήσει την Ιταλία να πληρώσει για το φιλόδοξο πρόγραμμα πολιτικής της. Με την σειρά τους, αυτά τα ομόλογα θα μπορούσαν να δοθούν πίσω στην κυβέρνηση ως πληρωμή φορολογικών υποχρεώσεων. Αυτός είναι ένας ενδιαφέρων τρόπος να σκεφτούμε τα δημόσια οικονομικά. Το πρόβλημα είναι ότι η δημιουργία μικρών, εμπορεύσιμων χρεογράφων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πληρωμές ακούγεται πολύ όπως η εκτύπωση χρήματος, κάτι που είναι ανάθεμα για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Είναι δύσκολο να δούμε το πώς είτε η ΕΚΤ είτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παραμείνουν σιωπηλές σχετικά με μια τέτοια καινοτομία. Είναι επίσης δύσκολο να δούμε το πώς η νέα ιταλική κυβέρνηση θα πληρώσει τους λογαριασμούς της και θα τηρήσει τις νέες δεσμεύσεις της για δαπάνες χωρίς αυτήν.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Δεδομένου ότι πολλές από τις προτάσεις της κυβερνητικής συμφωνίας ενδέχεται να καταρριφθούν από την ΕΕ, υπάρχει ο πειρασμός να θεωρηθούν ως κάποια προσωρινή παρέκκλιση, η οποία θα μετριάζεται καθώς η Ιταλία θα αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Πολλοί συγκρίνουν τη νέα κυβέρνηση με την λαϊκιστική κυβέρνηση που ανέβηκε στην εξουσία στην Ελλάδα το 2015. Υπό την ηγεσία του ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση αυτή έφτασε να απορρίπτει τα μέτρα λιτότητας της ΕΕ και ο ανορθόδοξος υπουργός Οικονομικών, Γιάννης Βαρουφάκης, φάνηκε να απολαμβάνει τις συγκρούσεις με τους Ευρωπαίους ομολόγους του. Τελικά, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχτηκε την δεσμευτική φύση των περιορισμών που επέβαλε η ΕΕ (όπως το έκανε και ο λαός της Ελλάδας). Η ελπίδα είναι ότι η νέα ιταλική κυβέρνηση θα μάθει από την ελληνική εμπειρία αντί να εξαναγκάσει μια αντιπαράθεση με την Ευρώπη.

Ο ιδρυτής του M5S, Beppe Grillo (αριστερά) και ο ηγέτης του, Luigi di Maio, στην Ρώμη, τον Μάρτιο του 2018. TONY GENTILE / REUTERS

————————————————————-

Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Ο νέος συνασπισμός της Ιταλίας δεν είναι η πρώτη ιταλική κυβέρνηση που εγκαταλείπει την ιδέα ότι το vincolo esterno είναι απαραίτητο για την αξιοπιστία στις αγορές. Από το 2008 έως το 2011, η κυβέρνηση με επικεφαλής τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι απωθούσε τα αιτήματα της ΕΕ για συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις και άλλα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, ενώ αντιστάθηκε στην πίεση για κάθε είδους διεθνή διάσωση. Όταν ο Μπερλουσκόνι ενέδωσε τελικά στα αιτήματα των Ευρωπαίων ηγετών για πιο αποφασιστική δράση στις πολιτικές, αντικαταστάθηκε από τον Μόντι. Οι επόμενες δύο κυβερνήσεις ήταν λιγότερο επαναστατικές, αλλά από το 2014 έως το 2016 ο Renzi έγινε δυναμικός σχετικά με την άρση των ευρωπαϊκών περιορισμών σε πολλά από τα ίδια ζητήματα -όπως η προστασία των πιστωτών των μικρών τραπεζών και η άρνηση των ορίων για το πόσο ιταλικό δημόσιο χρέος θα μπορούσε να κατέχεται από ιταλικές τράπεζες- που εγείρει η νέα κυβέρνηση συνασπισμού.

Η διαφορά αυτή την φορά είναι θέμα όχι τόνου αλλά ακροατηρίου. Η κυβέρνηση Renzi πίστευε στην σημασία της αξιοπιστίας στις αγορές και ήταν πρόθυμη να προβεί σε μεταρρυθμίσεις, όπως μια εργατική νομοθεσία που να παρέχει περισσότερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, προκειμένου να αποδείξει τις ικανότητές της. Ο νέος συνασπισμός ανησυχεί λιγότερο για την αξιοπιστία στις αγορές απ’ ό, τι για την αξιοπιστία στο δικό του εκλογικό σώμα. Οι λαϊκιστές της Ιταλίας έχουν προχωρήσει πέρα από το vincolo esterno όχι επειδή πιστεύουν ότι ο εξωτερικός περιορισμός είναι περιττός, αλλά επειδή πιστεύουν ότι είναι άσχετος. Το ερώτημα είναι πόσο θα κοστίσει αυτή η πεποίθηση.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/italy/2018-05-24/italys-revolt-a…

Σύνδεσμοι:

[1] https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/0014292188900657

[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2009-11-25/what-re…

[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2011-12-13/failure-euro

[4] https://www.ft.com/content/32b1daf6-5abf-11e8-bdb7-f6677d2e1ce8

[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/2013-04-03/austerity-delusion

[6] https://www.express.co.uk/news/world/963691/Italy-latest-Matteo-Salvini-…

[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/italy/2016-12-14/italys-eu-retreat

[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/italy/2016-12-05/after-italian-r…

foreignaffairs.gr

Πηγή

Σχολίαστε

Popular

To Top