Διεθνείς Σχέσεις

Foreign Affairs: Η ευρωπαϊκή οικονομική κρίση και η Γερμανία

Παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει σχεδόν μια δεκαετία από το ξεκίνημα της κρίσης, στην Ευρώπη ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός χωρών αρχίζουν να εμφανίζουν προβλήματα που καταδεικνύουν αφενός τις δομικές αδυναμίες των χωρών αυτών, αφετέρου το μέγεθος και την σφοδρότητα της κρίσης. Τελευταία παραδείγματα, η Ιταλία, αλλά και αυτή η Γαλλία, αμφότερες θεωρούμενες εκ των ατμομηχανών της Ευρώπης.

Η οικονομική κρίση η οποία έχει ενσκήψει στην Ευρώπη ξεκίνησε από το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ το 2008 και γρήγορα απλώθηκε σε όλον τον κόσμο.

Στην συνέχεια, και εντός του ευρωπαϊκού χώρου, η κρίση μεταλλάχθηκε, και από κρίση χρηματοοικονομικών εργαλείων και εμπορικού τραπεζικού συστήματος μετατράπηκε σε κρίση κρατικού χρέους, η οποία στην συνέχεια χτύπησε ιδιαίτερα ευάλωτες και εκτεθειμένες οικονομίες όπως αυτές της Ελλάδος, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιρλανδίας (τα αποκαλούμενα PIGS).

Παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει σχεδόν μια δεκαετία από το ξεκίνημα της κρίσης, στην Ευρώπη ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός χωρών αρχίζουν να εμφανίζουν προβλήματα που καταδεικνύουν αφενός τις δομικές αδυναμίες των χωρών αυτών, αφετέρου το μέγεθος και την σφοδρότητα της κρίσης.

Τελευταία παραδείγματα, η Ιταλία, αλλά και αυτή η Γαλλία, αμφότερες θεωρούμενες εκ των ατμομηχανών της Ευρώπης.

Όπως κάθε οικονομική κρίση έτσι και η συγκεκριμένη, η οποία θεωρείται ότι είναι από τις χειρότερες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, έχει αναπόφευκτα επιπτώσεις στις σχέσεις ισχύος των μελών της, είτε κάποιος αναφέρεται στις ενδο-ευρωπαϊκές σχέσεις είτε στις ευρύτερες διεθνείς σχέσεις.

Επομένως είναι λογικό αυτές οι διαφοροποιήσεις των σχέσεων ισχύος να αντανακλώνται στις γεωπολιτικές σχέσεις και ισορροπίες.

Στο παρόν άρθρο θα εξετασθεί η τρέχουσα οικονομική κρίση μέσα από το πρίσμα μιας από τις γνωστότερες θεωρίες που περιγράφουν τις γεωπολιτικές σχέσεις παγκοσμίως, την θεωρία του Sir Halford Mackinder περί της παγκοσμίου νήσου.

Η θεωρία η οποία αρχικά διατυπώθηκε το 1904 σε μια εργασία που τιτλοφορούνταν «The geographical pivot of History» και η οποία παρουσιάσθηκε και δημοσιεύθηκε στο Royal Geographic Society έκανε αναφορά στον πυρήνα της παγκοσμίου νήσου (Heartland ή Pivot Area), ο οποίος λόγω σειράς γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων (π.χ ύπαρξη υψιπέδων, ύπαρξη μεγάλου αριθμού φυσικών πόρων, ιδιαίτερα υπόγειων, ευκολία προβολής ισχύος προς όλες τις κατευθύνσεις, κ.ά) δεσπόζει επί της παγκόσμιας νήσου διεκδικώντας με αξιώσεις την παγκόσμια κυριαρχία. Οι χώρες οι οποίες κατέχουν την συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή είναι κατά κύριο λόγο η Ρωσία και σε αρκετά μικρότερο βαθμό η Κίνα.

Ο Mackinder διατυπώνει ότι απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο αντιπαρατίθεται εκείνο που ονομάζεται Δύση ή Δυτικός Κόσμος. Απέναντι στην χερσαία ισχύ, χαρακτηριστικό των δύο προαναφερθεισών δυνάμεων (ο όρος στην Αγγλική είναι Land Powers), βρίσκεται η Δύση και αυτό που αποκαλείται ως Δυτικό Πολιτισμικό Παράδειγμα διαθέτοντας κατά κύριο λόγο θαλάσσιες δυνάμεις (Sea Powers).

Κατά τον Mackinder, αλλά και για τον σύγχρονό του Αμερικανό γεωπολιτικό αναλυτή και στρατιωτικό, Alfred Mahan (1900) η παρεμπόδιση των Χερσαίων Δυνάμεων να αποκτήσουν απρόσκοπτη πρόσβαση στις ανοικτές θαλάσσιες οδούς είναι η μόνη δυνατότητα αποτροπής τους για την ολοκλήρωση της παγκόσμιας κυριαρχίας, μέσω της απόκτησης και θαλάσσιας ισχύος, και φυσικά την αναπόφευκτη εξάλειψη κάθε αντίπαλης δύναμης.

Στο πλαίσιο αυτό, οι χερσαίες δυνάμεις περιβάλλονται σε όλα τα σημεία πρόσβασης σε ανοιχτές θαλάσσιες οδούς από θαλάσσιες δυνάμεις οι οποίες εντάσσονται σε ένα βαθμιαίο σύστημα ανάσχεσης. Συγκεκριμένα έχουν δημιουργηθεί δύο κύκλοι ανάσχεσης (Inner Crescent και Outer Crescent) όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα.

Πηγή: Mackinder H. (1904) “The Geographical Pivot of History”
————————————————————————————

Ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης, όπως φαίνεται, ανήκει στον εσωτερικό κύκλο ανάσχεσης (Inner or Marginal Crescent). Για την Ευρώπη ο Mackinder δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε συγκεκριμένες χώρες και μια εξ αυτών είναι η Γερμανία.

Όπως αναφέρει ο Mackinder στο μεταγενέστερο έργο του «Democratic Ideals and Reality», η Γερμανία αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση, καθώς δεν μπορεί να καταχωρηθεί εξ ολοκλήρου στις θαλάσσιες ή τις χερσαίες δυνάμεις. Για την ακρίβεια, το δυτικό μέρος της Γερμανίας ανήκει περισσότερο στις θαλάσσιες δυνάμεις, ενώ το ανατολικό της μέρος το οποίο περιλαμβάνει τις διαχρονικές πρωτεύουσες των γερμανικών λαών (Βερολίνο, Βιέννη) αποτελεί κομμάτι της Ανατολικής Ευρώπης και επομένως τμήμα της Heartland, όπως και η Μόσχα (βλ. σχετικά και τον παρακάτω χάρτη που ο Mackinder εμπεριέχει στο βιβλίο του).

Πηγή: Η. Mackinder (1942) Democratic Ideals and Reality
———————————————————————————

Ο Mackinder αναφέρεται σε σειρά ιστορικών γεγονότων όπου η γερμανική πολιτική (κατά τους προηγούμενους αιώνες κατά κύριο λόγο πρωσική και κατά δεύτερο λόγο αυστριακή) βρίσκονταν σε σύμπλευση με την αντίστοιχη ρωσική (π.χ Ιερή Συμμαχία, που απαρτιζόταν από την Ρωσία, την Πρωσία και την Αυστρία) λαμβάνοντας υπόψη παράλληλα, στοιχεία όπως η γερμανική παιδεία του Μεγάλου Πέτρου, αλλά και η γερμανική καταγωγή της Μεγάλης Αικατερίνης.

Αυτή η σύμπλευση, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μεταξύ τους δεν υπήρχαν ανταγωνισμοί ακόμα και ένοπλες αναμετρήσεις. Ωστόσο σε όλες αυτές τις δυνάμεις ήταν εξ αρχής κοινή και θεμελιώδης η αντιπαράθεση με τα συμφέροντα της Δύσης και γενικά με τις θαλάσσιες δυνάμεις που αντιπροσώπευε κατ’ αρχήν η αγγλική και η γαλλική κυριαρχία και πολύ αργότερα η αμερικανική. Η κοινή αυτή θέση Γερμανίας και Ρωσίας, παρά τις όποιες μεταξύ τους αντιπαλότητες, κατά τον Mackinder, πηγάζει από την γεωγραφική τους θέση στην παγκόσμια νήσο, η οποία δεν μπορεί να απαλειφθεί ή να παραβλεφθεί. Και είναι αυτή η κοινή τους «μοίρα» η οποία τους υπαγορεύει μία μόνιμη εξ ορισμού αντίθεση στα κοινώς αποκαλούμενα Δυτικά συμφέροντα (των Θαλάσσιων Δυνάμεων).

Για τον Mackinder είναι τόσο θεμελιώδης αυτή η αρχή για την Δυτική πολιτική ώστε αναφέρει ότι όπως κάποτε ένας Ρωμαίος στρατηγός έπειτα από κάθε νικηφόρα εκστρατεία έβαζε έναν δούλο να του υπενθυμίζει την θνητότητά του κατά την διάρκεια της θριαμβευτικής εισόδου του στην Ρώμη, έτσι θα πρέπει και στους ασκούντες την Δυτική πολιτική να τους ψιθυρίζονται συνεχώς οι ακόλουθες γραμμές:

  • Who rules East Europe, commands the Heartland
  • Who rules the Heartland, commands the World-Island
  • Who rules the World-Island, commands the World.

Η θεωρία του Mackinder έδωσε βασικά στοιχεία στην γεωπολιτική σκέψη και θεωρία του Γερμανού καθηγητή της γεωγραφίας Karl Haushofer την δεκαετία του 1920. Ο Haushofer φυσικά ανέδειξε και πρότεινε αυτά που ο Mackinder απευχόταν και εξόρκιζε, ως την οδό που πρέπει να ακολουθήσει η Γερμανία, δηλαδή την γεωπολιτική σύζευξη Γερμανίας, Ρωσίας και Ιαπωνίας, προκειμένου να ακυρωθεί η παγκόσμια επικράτηση της Δύσης [1] μέσω της διάρρηξης του ασφυκτικού κλοιού των Θαλάσσιων δυνάμεων. Επιβεβαίωνε δε με αυτόν τον τρόπο o Haushofer, την κατάταξη της Γερμανίας στις χερσαίες δυνάμεις που είχε πρώτος αναφέρει ο Mackinder.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο Mackinder στις οικονομικές πολιτικές της Γερμανίας οι οποίες συνέδραμαν στο μέγιστο βαθμό τους ευρύτερους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της προσφέροντας τους απαραίτητους πόρους και την οικονομική ισχύ η οποία απαιτείτο. Έτσι, από το 1878 η Γερμανία άρχισε να ενδυναμώνει το ανθρώπινο δυναμικό της μέσω της ενίσχυσης της εγχώριας απασχόλησής του και, μάλιστα, της εξειδικευμένης μέσω ενός ιδιόμορφου συστήματος δασμών [2], ενώ παράλληλα σημαντικές βιομηχανίες, τράπεζες και κλάδοι εισήλθαν κάτω από τον κρατικό έλεγχο προκειμένου να συνδράμουν σε μια άνευ προηγουμένου ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής, υλοποιώντας με αυτόν τον τρόπο μια από τις βασικές αρχές του Lebensraum [ζωτικού χώρου], την αυτάρκεια. Την ίδια στιγμή, η προβολή της γερμανικής οικονομικής ισχύος στο εξωτερικό είχε ξεκινήσει. Διεθνείς ατμοπλοϊκές γραμμές επιδοτούνταν μέσω κρατικών κονδυλίων, ενώ τραπεζικά ιδρύματα χρησιμοποιούνταν ως προφυλακές διείσδυσης σε ξένες πόλεις και αγορές. Κατά το 1905, σύμφωνα με τον Mackinder, η Γερμανία είχε καταφέρει να προσδέσει οικονομικά στο άρμα της επτά κράτη της ευρύτερης περιοχής της, της Ρωσίας συμπεριλαμβανομένης. Το ίδιο χρονικό διάστημα, τα ποσοστά της Γερμανικής μετανάστευσης στο εξωτερικό μηδενίζονταν, καθώς η δημιουργία μιας επιθετικής οικονομίας απορροφούσε πλέον το σύνολο των διαθέσιμων ανθρώπινων πόρων και δη του πλέον καταρτισμένου και εξειδικευμένου.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον Mackinder η ευρεία διάδοση των ιδεών του Adam Smith περί της ευεργετικής φύσης του ελεύθερου παγκόσμιου εμπορίου, σε συνδυασμό με τον γερμανικό προστατευτισμό που όμως διεκδικούσε τα οφέλη του ελεύθερου εμπορίου σε ξένες αγορές (αλλά δίχως να δέχεται την εφαρμογή του στην γερμανική αγορά) απογείωσε κυριολεκτικά την γερμανική οικονομική μηχανή. Ο Mackinder παραδέχεται ότι αυτοί οι συνδυασμοί σε σύντομο χρονικό διάστημα απογύμνωσαν την Βρετανία από βασικές της βιομηχανίες αφήνοντας και την θαλάσσια ισχύ της ουσιαστικά χωρίς τις υποδομές εκείνες οι οποίες θα της παρείχαν υποστήριξη και διοικητική μέριμνα.

Ήταν, μάλιστα, η οικονομική σκέψη της σχολής του Μάντσεστερ, κατά τον Mackinder, που υπερθεμάτιζε για τις ευεργετικές επιδράσεις του διεθνούς εμπορίου, ιδιαίτερα στην επίτευξη μιας μακροχρόνιας ειρήνης μεταξύ των εθνών, η οποία παρέσυρε την Αγγλία στην επικίνδυνη αυτή ατραπό, αφήνοντάς την ουσιαστικά γυμνή από οικονομικά μέσα αντίδρασης. Όπως αναφέρει ο Mackinder, όταν η ισχύς της Βρετανίας απειλήθηκε από την οικονομική εξάπλωση του γερμανικού Kultur, δεν είχε οικονομικά μέσα να αντιδράσει, καθώς είχε απολέσει το σημαντικότερο μέρος της βιομηχανίας της και το μόνο που της έμενε ήταν η προβολή της θαλάσσιας ισχύος της.

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σήμερα βέβαια η Ευρώπη εμφανίζεται ενωμένη σε μια Ένωση αποτελούμενη σχεδόν από το σύνολο των κρατών που υπάρχουν σε αυτή, ενώ έχουν γίνει τα πρώτα βήματα για την νομισματική της κατ’ αρχήν και στην συνέχεια την πολιτική ενοποίησή της.

Είναι, όμως, αλήθεια τα πράγματα έτσι, ή μήπως υπάρχουν στοιχεία που καταμαρτυρούν ότι κάποια γεωπολιτικά αρχέτυπα του παρελθόντος δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά παραμένουν ζωντανά ακόμα και στο πλαίσιο μιας Πανευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ, υποτίθεται, ισότιμων μελών;

-Το εργαλείο του κοινού νομίσματος και η παγίδα των χωρών του Νότου-

Στον ευρωπαϊκό χώρο, η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος ακολούθησε πορεία η οποία χαρακτηρίζεται από σειρά ιδιαιτεροτήτων. Ο Robert Mundell (1961) διατύπωσε την θεωρία της βέλτιστης νομισματικής περιοχής (Optimum Currency Area) περιγράφοντας τις κυριότερες προϋποθέσεις επιτυχούς σύστασης μιας περιοχής στην οποία γίνεται χρήση ενός κοινού νομίσματος. Εν συντομία, οι προϋποθέσεις αυτές ήταν

α) ο συγχρονισμός των οικονομικών κύκλων των επιμέρους οικονομιών, έτσι ώστε να έχουν παρόμοιες ανάγκες δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών,

β) η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και ανθρώπων σε συνδυασμό με ευελιξία μισθών και αμοιβών και

γ) αυτόματος μηχανισμός αναδιανομής πλεονασμάτων μεταξύ των επιμέρους περιοχών που συμμετέχουν στην κοινή νομισματική ζώνη.

Από τις τρεις αυτές προϋποθέσεις η πρώτη παρά τα δυσθεώρητα κονδύλια που διατέθηκαν δεν επετεύχθη και οι οικονομικοί κύκλοι των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ουδέποτε συγχρονίστηκαν, η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και ανθρώπων ειδικά μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έχει δεχθεί σοβαρά πλήγματα (capital controls σε Ελλάδα και Κύπρο, αβεβαιότητα σε επιμέρους οικονομίες), ενώ το τρίτο (δηλαδή, ο αυτόματος μηχανισμός αναδιανομής πλεονασμάτων) ουδέποτε εφαρμόσθηκε πραγματικά, καθώς η γερμανική κυβέρνηση, συνεπικουρούμενη από σειρά άλλων χωρών-δορυφόρων της, αρνήθηκε σθεναρά κάτι τέτοιο, επικαλούμενη μια σειρά επιχειρημάτων τα οποία από μόνα τους αποτελούν την καλύτερη επιχειρηματολογία όχι μόνο περί της θνησιμότητας του κοινού νομίσματος, αλλά και εν γένει του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι για τη μη επίτευξη των παραπάνω προϋποθέσεων (πλην της τρίτης), το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης βαρύνει τα επιμέρους κράτη μέλη και δη τα οικονομικά ασθενέστερα, τα οποία υπό την επήρεια χρόνιων λαϊκιστικών ψηφοθηρικών πολιτικών αλλά και μηχανισμών διαφθοράς και διασπάθισης κοινοτικών πόρων, ουδέποτε αντελήφθησαν την κρισιμότητα του διακυβεύματος (και μάλιστα του γεωπολιτικού) και ουδέποτε προσπάθησαν πραγματικά να μεταλλάξουν το χαρακτήρα και την δομή της οικονομίας τους, κάτι που θα τους επέτρεπε να συγχρονίσουν, σε κάποιο ικανοποιητικό βαθμό τουλάχιστον τους οικονομικούς τους κύκλους με αυτούς των πλέον ανεπτυγμένων χωρών της Ευρώπης.

Η εκκίνηση του εγχειρήματος του κοινού νομίσματος χωρίς την εκπλήρωση των τριών προϋποθέσεων που αναφέρθηκαν παραπάνω οδηγεί νομοτελειακά σε καταστάσεις που βρίσκονται μακριά από καθεστώς ισορροπίας και ομογενούς ανάπτυξης. Συγκεκριμένα αυτός ο μηχανισμός του κοινού νομίσματος και οι ασφαλιστικές δικλείδες του ωφελούν τους ελάχιστους πραγματικά προετοιμασμένους και ευλαβικά τηρούντες τους κανόνες (αυτούς που συμμερίζονται πλήρως το γερμανικό Kultur, κατά Mackinder) συσσωρεύοντας και εξασφαλίζοντας πλεονάσματα για αυτούς σε μακροχρόνια βάση, ενώ οι μη επιμελείς βρίσκουν εαυτούς καταδικασμένους σε μακροχρόνια ελλείμματα και σε συνεχή επιτήρηση.

Οι τελευταίοι, με την ουσιαστικά άπρακτη παρέλευση του κρίσιμου χρόνου προετοιμασίας, εισήλθαν σε μια περιπέτεια άνευ προηγουμένου, πολλές φορές μάλιστα επιστρατεύοντας και αμφιβόλου νομιμότητας εργαλεία και μεθοδεύσεις του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, προκειμένου να επιταχύνουν τον εφιάλτη τους, ευελπιστώντας προφανώς ότι ο χρόνος θα φέρει μόνος του και απρόσκοπτα όσα υποτίθεται θα έπρεπε να υλοποιηθούν με μεγάλες προσπάθειες από τους ίδιους.

-Η Γερμανία ως θεματοφύλακας του ελεύθερου παγκόσμιου εμπορίου και ο διαχρονικός γερμανικός μερκαντιλισμός-

Παρά το γεγονός ότι σήμερα η Γερμανία εμφανίζεται ως υπέρμαχος του ελεύθερου εμπορίου (και δείχνει να εναντιώνεται σφοδρά στις ΗΠΑ όπου δια στόματος Ν. Τραμπ αρθρώνεται λόγος για την ανάγκη επιστροφής σε περισσότερο προστατευμένες καταστάσεις), η πραγματικότητα δείχνει να είναι διαφορετική. Αυτό ακριβώς τόνιζε και πρόσφατο άρθρο του Economist (8.7.2017).

Τα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας ($ 300 δισ. για το 2016 όταν της Κίνας διαμορφώθηκαν σε $ 200 δισ.) δεν την βοηθούν ιδιαίτερα να μετέρχεται τον ρόλο του προστάτη και του θεματοφύλακα του ελεύθερου διεθνούς εμπορίου. Η χώρα, όπως αναφέρει και το σχετικό δημοσίευμα, «saves too much and spends too little». Αυτό όμως το προτεσταντικό αρχέτυπο (κατά Max Weber) αποτελεί και ένα είδος άτυπου «δασμού», ίσως του πλέον ισχυρού και ακαταμάχητου, καθώς κανείς δεν μπορεί να μεμφθεί την χώρα ότι ορθώνει επίσημα εμπορικά εμπόδια.

Η χώρα δεν ξοδεύει, συγκρατώντας εσωτερικά μισθούς και ζήτηση, ελαχιστοποιώντας με αυτόν τον τρόπο τις εισαγωγές, ενώ παράλληλα αυξάνει συνεχώς της εξαγωγές της, κάτι που της επιτρέπει να συσσωρεύει τεράστια πλεονάσματα. 

Η δε χρηματοοικονομική κρίση που έχει χτυπήσει πολλά από τα μέλη της ευρωζώνης, τα οποία όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως εισήλθαν σε αυτήν απροετοίμαστα, λειτουργεί έτι περαιτέρω επ’ ωφελεία της γερμανικής οικονομίας, καθώς το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα μετέρχεται καταστάσεις υποτίμησης κάνοντας ακόμα πιο ελκυστικά τα εξαγώγιμα προϊόντα της Γερμανίας.

Ωστόσο, μέσω αυτής της μεθόδευσης βλέπουμε ότι προσεγγίζονται καταστάσεις που ο Halford Mackinder είχε περιγράψει έναν αιώνα νωρίτερα για την πολιτική που ακολουθούσε η Γερμανία.

Ανάπτυξη και συσσώρευση οικονομικής ισχύος εις βάρος των άλλων, υποστήριξη των αρχών του διεθνούς εμπορίου και των ανοιχτών συνόρων για τις αγορές στο εξωτερικό, όχι όμως και για την εσωτερική αγορά στην οποία επιβάλλεται άτυπος πλέον προστατευτισμός (μέσω στοιχείων που θυμίζουν την αρχή της αυτάρκειας του Lebensraum), στοιχεία δηλαδή τα οποία οδήγησαν σε συγκρουσιακές καταστάσεις στο παρελθόν, ενώ στο παρόν έχουν ήδη οδηγήσει σε μεγάλες αντιδράσεις σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες.

Σύμφωνα με τον Heckser (1955), στο κλασικό του έργο για τον Μερκαντιλισμό, αυτός ορίζεται ως το σύνολο των οικονομικών και εμπορικών πολιτικών που υιοθετούνται από μια χώρα προκειμένου να εδραιώσει την πολιτική της ισχύ. Αυτή την μερκαντιλιστική πολιτική εντός της ΕΕ την έχουν καταδείξει και την κατακρίνουν ειδικοί όχι μόνον από άλλες χώρες, αλλά και από την ίδια την Γερμανία.

Ο καθηγητής Heiner Flashbek, (πρώην γενικός γραμματέας του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών και διευθυντής αργότερα της Συνδιάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη UNCTAD) αναφέρει σχετικά ότι η πολιτική αυτή στην τρέχουσα συγκυρία είναι καταδικασμένη να αποτύχει παρασέρνοντας μαζί της και το συνολικό ευρωπαϊκό εγχείρημα [3].

Ωστόσο, ο γερμανικός μερκαντιλισμός δεν είναι φαινόμενο που αναβίωσε με την τρέχουσα οικονομική κρίση, αλλά ήταν πάντοτε παρών ακόμα και στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 όχι πολύ μακριά δηλαδή από το τέλος του Β’ Π.Π. Οι Ciocca και Vito Colonna (1981), Parboni (1980) και Cessaratto (2010) έχουν αναφερθεί στον στόχο του γερμανικού μερκαντιλισμού, μέσω ξένων επενδύσεων και επίτευξης εμπορικών πλεονασμάτων, να δημιουργήσουν μια ζώνη γερμανικής επιρροής και κυριαρχίας στην ανατολική και νότια Ευρώπη. Στο ίδιο πλαίσιο και ο Kindleberger (1976) είχε αναφερθεί στις γερμανικές πολιτικές που εν πολλοίς αντανακλούν την αρχή του «beggar thy neighbor» διαχρονικά.

-Το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης στην Ευρώπη και οι επακόλουθες απώλειες κυριαρχίας-

Με το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 τα ψέματα και οι ευσεβείς πόθοι έδωσαν τη θέση τους σε μια πραγματικότητα, η οποία ως απηνής ερινύα έφερε πολλές από τις χώρες της ευρωζώνης στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης. Η επακόλουθη στανηδόν αλλά και αναπόφευκτη εφαρμογή προγραμμάτων προσαρμογής με δυσβάσταχτους όρους κοινωνικής επιβάρυνσης συνοδευόταν, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, και από σταδιακή εκχώρηση κυριαρχίας, επίσημα νομισματικής και δημοσιονομικής, αλλά ανεπίσημα πολύ ευρύτερης.

Στην περίπτωση της Ελλάδας συγκεκριμένα, το πρόγραμμα προσαρμογής ήταν και παραμένει ιδιαίτερα επώδυνο χωρίς ορατό τέλος, καθώς ο χειρισμός των δημοσιονομικών της χώρας επί σειρά δεκαετιών ήταν τραγικός, αφήνοντάς την παντελώς εκτεθειμένη και ευάλωτη σε κάθε είδους έξωθεν και έσωθεν παρέμβαση. Η δε εκχώρηση κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα είναι πλέον μνημειώδης, καθώς κατ’ ουσία η χώρα δεν δύναται πλέον να αποφασίζει για κανένα θέμα που σχετίζεται ακόμα και με την παραμικρή διάθεση πόρων.

-Οι γεωπολιτικές ευκαιρίες κυριαρχίας της Γερμανίας επί της Ε.Ε και οι επιπτώσεις-

Οι χώρες στις οποίες εφαρμόστηκαν τα προγράμματα προσαρμογής (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος, Ελλάδα, και σε μικρότερο βαθμό Ισπανία, ενώ δυσοίωνο φαίνεται το μέλλον ακόμα και για χώρες όπως η Ιταλία και ίσως και αυτή η Γαλλία) εντοπίζονται γεωγραφικά κυρίως στις «απολήξεις» της Ευρώπης στις θάλασσες που την περιβάλλουν και αποτελούν κατεξοχήν χώρες ενταγμένες στο πλέγμα των θαλάσσιων δυνάμεων στο υπόδειγμα του Mackinder.

Ως συνδυαστικό αποτέλεσμα των παραπάνω κρίσιμων διεργασιών, δηλαδή αφενός του ιδιότυπου μερκαντιλισμού τον οποίο εφαρμόζει απαρέγκλιτα η γερμανική οικονομία ακόμα και εντός ενός καθεστώτος παγκοσμιοποίησης και ελεύθερου εμπορίου και αφετέρου της μη βέλτιστης λειτουργίας του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος με τρόπο όμως που ωφελεί πλέον μόνο μια μικρή ομάδα χωρών, έχει ουσιαστικά μεταφέρει μεγάλο μέρος της κυριαρχίας επί του συνόλου της ευρωπαϊκής ηπείρου σε κέντρα απόφασης στα οποία τον πρώτο λόγο έχει πλέον το Βερολίνο.

Για να μεταφέρουμε αυτές τις εξελίξεις στο γεωπολιτικό επίπεδο, παρατηρείται εντέλει η αύξηση της ισχύος επηρεασμού και καθορισμού μεγάλου μέρους των εξελίξεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο από μια χώρα της οποίας η φύση είναι διττή, κατά τον Halford Mackinder, καθώς τα κέντρα αποφάσεώς της ανήκουν σαφώς στην Heartland ενσωματώνοντας πιθανόν και τον αντίστοιχο στρατηγικό προσανατολισμό.

Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση που συγκλόνισε συθέμελα το μεγαλύτερο μέρος των Δυτικών οικονομιών, λειτούργησε επαυξητικά της γεωπολιτικής ισχύος της Γερμανίας, φέρνοντας την πιο κοντά σε καταστάσεις ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Και είναι αυτός ένας φόβος διάχυτος στο σύνολο των έργων του Mackinder, καθώς πλέον οι χερσαίες δυνάμεις (ένα αναπόσπαστο μέρος των οποίων αποτελεί σε μεγάλο βαθμό και η Γερμανία), διεκδικούν πλέον τον έλεγχο μεγάλου μέρους της ευρωπαϊκής ηπείρου, ενώ είναι εμφανέστατες και οι τάσεις σύσφιγξης των σχέσεων και εναρμόνισης συμφερόντων και προτεραιοτήτων μεταξύ των σημαντικότερων από αυτών και της Γερμανίας (βλ. στην συνέχεια) [4].

Αποτελεί δε νοητικό πειρασμό στον οποίο κάποιος δύσκολα αντιστέκεται, ο συσχετισμός της ιδιαίτερα άκαμπτης στάσης της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα και τα οικονομικά της προβλήματα (και παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των ΗΠΑ προς την Γερμανία για αλλαγή στάσης) κατά την διάρκεια των τελευταίων 7 ετών και της αναφοράς που κάνει ο Mackinder για την Ελλάδα, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η κατοχή της Ελλάδας από μια χερσαία δύναμη θα αποτελούσε πιθανόν το γεγονός που θα σηματοδοτούσε την κυριαρχία επί της παγκοσμίου νήσου [5].

Παράλληλα, αυτό που ανέδειξε έντονα η χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε το 2008 από τις ΗΠΑ και έφτασε στην Ευρώπη ουσιαστικά μετά από μια διετία, ήταν οι εγγενείς αδυναμίες του συστήματος δημιουργίας πλούτου, κατά συνέπεια και ισχύος, της Δύσης γενικότερα.

Μετά την οικονομική κρίση κατά την οποία το χρηματοπιστωτικό σύστημα και η εγγενής απληστία και αφροσύνη του, οδήγησαν τις καταστάσεις σε οριακό επίπεδο, τα κράτη και οι κυβερνήσεις (όρα φορολογούμενοι) κλήθηκαν να καταβάλλουν τους απαραίτητους πόρους για να σωθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο ακόμα και μια σχεδόν δεκαετία μετά δεν έχει βρει το βηματισμό του. Η διάθεση όμως αστρονομικών ποσών για την αντιμετώπιση της κρίσης, στέρησε πολύτιμους πόρους από άλλες κατευθύνσεις που ήταν και είναι σημαντικές για την διατήρηση της ισχύος του μεταπολεμικού συστήματος γεωπολιτικών ισορροπιών.

Το γεγονός αυτό γρήγορα διαγνώσθηκε από τις αντίπαλες οντότητες της Heartland (κυρίως Ρωσία και Κίνα), οι οποίες επιδόθηκαν σε έναν αγώνα προετοιμασίας των οικονομικών, και όχι μόνον, μέσων για τη μελλοντική διεκδίκηση αυξημένης παγκόσμιας γεωπολιτικής επιρροής.

Δεν θα πρέπει να παραβλέπονται μια σειρά από γεγονότα που καταδεικνύουν ότι αυτή η ελάττωση της ισχύος των θαλάσσιων δυνάμεων έγινε αντιληπτή και από την Γερμανία, η οποία αργά αλλά σταθερά άρχισε να διαχωρίζει την θέση της και να προβαίνει σε ενέργειες που, αν μη τι άλλο, χαρακτηρίζονται από σαφείς τάσεις αλλαγής προσανατολισμού και προτεραιοτήτων.

Η ΕΙΔΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΧΕΡΣΑΙΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Στις 25 Σεπτεμβρίου του 2001, ο νεοεκλεγείς, τότε, πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, στην ομιλία του στην Γερμανική Βουλή (Bundestag) ευχήθηκe για μια πραγματική σύμπραξη μεταξύ των δύο χωρών, ακόμα και μια είσοδο της Ρωσίας σε μια ευρύτερη Ευρώπη, αλλά και για μια ενοποίηση του δυναμικού της Ρωσίας και της Γερμανίας [6].

Τόσο η Γερμανία όσο και η Ρωσία αποτελούν η μια για την άλλη από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους. Ιδιαίτερα οι γερμανικές εξαγωγές στην Ρωσία είναι οι μεγαλύτερες σε σύγκριση με αυτές στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου, ακόμα και από εκείνες στην Κίνα. Παράλληλα, η ενεργειακή σύνδεση των δύο χωρών είναι κάτι παραπάνω από στενή. Η Γερμανία εισάγει από την Ρωσία το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου και του φυσικού της αερίου (Zha, Shiryaevskaya, 2017), ενώ παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις άλλων χωρών (γειτονικών και μη) έχει προχωρήσει στην υλοποίηση του αγωγού φυσικού αερίου Nordstream 2, ο οποίος διατρέχει το σύνολο της Βαλτικής θάλασσας και θα μεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο. Οι εξαγωγές αερίου από την Ρωσία προς την Γερμανία αντιπροσωπεύουν ποσοστό περίπου 25% των συνολικών εξαγωγών της Ρωσίας προς την Ευρώπη, στοιχείο το οποίο καταμαρτυρεί μια αμοιβαία ενεργειακή αλληλεξάρτηση.

Οι εκτιμήσεις για τη μελλοντική εξέλιξη αυτών των μεγεθών καταδεικνύουν μια περαιτέρω ενδυνάμωση της ενεργειακής αυτής σχέσης. Μέχρι το 2025 αναμένεται ότι οι γερμανικές ενεργειακές εισαγωγές από την Ρωσία θα αντιστοιχούν περίπου στο 60% των συνολικών ενεργειακών της εισαγωγών (σήμερα είναι κοντά στο 34%), καθώς αυτές από την Αγγλία και τα κοιτάσματα της Βόρειας Θάλασσας θα μειωθούν.

Αλλά και πέραν των εμπορικών και ενεργειακών δεσμών, οι δύο χώρες βρίσκονται σε φάσεις επανακαθορισμού των πολιτισμικών αλλά και των ιστορικών τους δεσμών. Η γερμανική γλώσσα διδάσκεται στα ρωσικά σχολεία σε ευρεία κλίμακα, κάτι που συναντιέται μόνο στην Πολωνία, και υπάρχουν 3 εκατομμύρια Ρώσοι που ομιλούν την γερμανική, πολλοί περισσότεροι από ό,τι στο σύνολο του υπολοίπου κόσμου. Από το 2005, το Γερμανικό Ιστορικό Ινστιτούτο στη Μόσχα πλαισιώνει Γερμανούς και Ρώσους ερευνητές προκειμένου να δουλέψουν μαζί στην κοινή τους ιστορική πορεία (Gotz, 2007).

Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Gerhard Shroeder, οι γερμανορωσικές σχέσεις έφτασαν σε ιστορικά υψηλό σημείο ταύτισης και κοινής πορείας, απόδειξη του οποίου είναι και η μετέπειτα τοποθέτηση του Γερμανού πρώην καγκελάριου σε θέσεις-κλειδιά και πρόσφατα στην θέση του προέδρου του «συμβουλίου διευθυντών» του ρωσικού ενεργειακού κολοσσού Rosneft.

Με την εκλογή της A. Merkel, είναι αλήθεια ότι η γερμανορωσική προσέγγιση επιβραδύνθηκε σε μεγάλο βαθμό, ενώ στο θέμα της Ουκρανίας η Γερμανία τήρησε απέναντι στην Ρωσία, αρχικά τουλάχιστον, ιδιαίτερα σκληρή στάση. Παρά το γεγονός αυτό, οι οικονομικές σχέσεις δεν επηρεάστηκαν στο ελάχιστο (Adomeit, 2012).

Πρόσφατα δε, στην απόφαση για επιπρόσθετες κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, η Γερμανία προειδοποίησε την αμερικανική πλευρά ότι σε περίπτωση που γερμανικές επιχειρήσεις επηρεαστούν από αυτές τις κυρώσεις ή επιβληθούν σε αυτές οικονομικές κυρώσεις, αυτή θα αντιδράσει και θα προχωρήσει σε αντίστοιχα οικονομικά μέτρα εναντίων των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του Reuters (6/2017), η Γερμανία προέβη σε αυτές τις δηλώσεις φοβούμενη ότι οι νέες οικονομικές κυρώσεις που εγκρίθηκαν από τις ΗΠΑ θα στοχεύσουν και τις γερμανικές εταιρείες οι οποίες συνεργάζονται με αντίστοιχες ρωσικές για την κατασκευή του Nord Stream 2 στην Βαλτική.

Παρόμοιες σχέσεις στενής προσέγγισης έχει αναπτύξει η Γερμανία και με την Κίνα, εξίσου σημαντική χερσαία δύναμη με ανερχόμενες παγκόσμιες βλέψεις κυριαρχίας. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών ανάγονται στο 1972, οπότε και εκκίνησαν οι διπλωματικές τους σχέσεις. Όπως και στην περίπτωση της Ρωσίας, οι σχέσεις με την Κίνα καθορίζονταν από τις γενικές αρχές της Ostpolitik της δεκαετίας του 1970, σύμφωνα με τις οποίες επιλεγόταν μια στρατηγική συνεργασίας και όχι αντιπαράθεσης (Cunha, 2017).

Χαρακτηριστικό αυτής της γερμανικής πολιτικής μη αντιπαράθεσης με την Κίνα αποτελεί καταρχήν η μη διπλωματική αναγνώριση της Ταϊβάν από την Γερμανία, σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη (π.χ Βρετανία, Γαλλία), καθώς και η επακόλουθη άρνηση να πουλήσει στην Ταϊβάν υποβρύχια το 1993 (Sandschneider, 2002) παρά την δελεαστική οικονομική προσφορά που της γινόταν.

Σε αυτό το στοιχείο θα πρέπει να προστεθεί και η γερμανική αντίθεση στο εμπάργκο όπλων που επέβαλε η ΕΕ στην Κίνα μετά τα γεγονότα της πλατείας Τιενανμέν το 1989 (Cunha, 2017). Όπως και στην περίπτωση της Ρωσίας, κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Shroeder το σινο-γερμανικό εμπόριο τριπλασιάστηκε σε διάστημα 7 ετών.

Η Γερμανία αποτελεί για την Κίνα ένα απαραίτητο στοιχείο για την υλοποίηση των μεγαλόπνοων διεθνών οικονομικών της προγραμμάτων, όπως τον νέο δρόμο του μεταξιού ο οποίος φέρει το όνομα «Belt and Road Initiative», τον οποίο προωθεί έντονα η κινεζική κυβέρνηση και δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εμπορική διείσδυση της τελευταίας στην κεντρική Ευρώπη.

Στο πλαίσιο αυτό, η Κίνα παρακάμπτοντας τις θαλάσσιες οδεύσεις προβάλλει την οικονομική της ισχύ ήδη στο κέντρο της Ευρώπης, χρησιμοποιώντας φυσικά την ρωσική επικράτεια (επίσης Land Power), αλλά και τα γερμανικά λιμάνια, ειδικά αυτό του Duisburg.

Η νέα αυτή γραμμή μειώνει κατά ένα τρίτο τον χρόνο μεταφοράς εμπορευμάτων, μειώνοντας έτσι το κόστος και αυξάνοντας την αποτελεσματικότητα και την ανταγωνιστικότητα (Cunha, 2017), όπως φαίνεται και στον παρακάτω χάρτη. 

Πηγή: Cunha, A., (2017), “Paving the New Silk Road: The Evolution of the Sino-German Strategic Partnership”
———————————————————————————-

Ένα στοιχείο ακόμα το οποίο αντανακλά την σύμπλευση των πολιτικών της Γερμανίας με αυτές της Ρωσίας και Κίνας είναι και ο επαναπατρισμός του χρυσού της Bundesbank από το Παρίσι, το Λονδίνο και την Νέα Υόρκη, όπου και φυλασσόταν από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (Bloomberg, 2/2017). Η συγκεκριμένη κίνηση και ο χρόνος στον οποίο έλαβε χώρα δεν μπορεί παρά να παραπέμψει στην φρενήρη συγκέντρωση χρυσού από την Κίνα και την Ρωσία κατά την τελευταία δεκαετία.

Είναι δε άκρως ενδιαφέρουσα η απάντηση της Bundesbank σε ερωτήματα που τέθηκαν για τους σκοπούς αυτής της κίνησης, καθώς ανέφερε ότι αυτή έγινε «για να συμβάλλει στην εγχώρια εμπιστοσύνη» (Clinch, 2017), υποδηλώνοντας εμμέσως πλην σαφώς την έλλειψη πλέον εμπιστοσύνης μεταξύ της Γερμανίας και των Δυτικών εταίρων της.

Τέλος, είναι ενισχυτικό των ήδη αναφερθέντων στοιχείων ότι κατά την πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση του 2017 στην Γερμανία, στην τρίτη θέση αναδείχτηκε ο σχηματισμός του AfD, κόμμα το οποίο αντικατοπτρίζει τις απόψεις ενός ποσοστού 15% του γερμανικού εκλογικού σώματος. Είναι ενδιαφέρον ότι μια από τις βασικές αρχές του συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος, το οποίο πιθανόν και να είναι ρυθμιστής μελλοντικών πολιτικών εξελίξεων, είναι η ανάγκη σύμπλευσης με την Ρωσία, καθώς και η ανάγκη για σταδιακή απομάκρυνση από τις ευρωατλαντικές δομές.

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Οι ευρωπαϊκές εξελίξεις με τις επαπειλούμενες δομικές αναδιατάξεις ισχύος δεν θα μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορες και αμέτοχες τις κατεξοχήν θαλάσσιες δυνάμεις του Μακιντεριανού μοντέλου, δηλαδή τις ΗΠΑ και την Βρετανία, η ισχύς των οποίων εδράζεται στην διατήρηση των ισορροπιών στο εν λόγω μοντέλο. Και η αντίδραση ήρθε με συγκεκριμένες εξελίξεις κατά κύριο λόγο οικονομικής φύσης, οι οποίες περιγράφονται στην συνέχεια.

-Το Brexit-

Το καλοκαίρι του 2015 και ενάντια στις προσδοκίες πολλών, η Μεγάλη Βρετανία, κατόπιν σχετικού δημοψηφίσματος που είχε προαναγγελθεί, αποφάσισε να προχωρήσει στην έξοδό της από την ΕΕ, της οποίας ήταν μέλος από το 1973. Η απόφαση αποτέλεσε ένα πλήγμα στους ένθερμους υποστηρικτές του ιδεώδους της ευρωπαϊκής ενοποίησης, καθώς η Μεγάλη Βρετανία αποτελούσε για πολλούς έναν από τους βασικούς πυλώνες της ενωμένης Ευρώπης. Ωστόσο, η κίνηση αυτή δεν ήταν ένας κεραυνός εν αιθρία, όπως πολλοί ισχυρίστηκαν. Μια σχεδόν δεκαετία νωρίτερα, το 2003, η Μεγάλη Βρετανία είχε στείλει τα πρώτα μηνύματα αποστασιοποίησής της από τις ευρωπαϊκές διεργασίες ολοκλήρωσης, απορρίπτοντας την υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος σε μια εποχή μάλιστα με γενική οικονομική αισιοδοξία που τίποτε δεν προμήνυε τις μετέπειτα εξελίξεις. Οι αναλύσεις του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος έκαναν λόγο κυρίως για ταξικές αιτίες πίσω από την ψήφο διαμαρτυρίας, ακόμα και για άνοδο του λαϊκισμού, επικαλούμενες τους χαρακτήρες των επικεφαλής της καμπάνιας για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ελάχιστες εξ αυτών αναφέρονταν στην γεωπολιτική παράμετρο.

Ωστόσο, αυτό που ήταν εμφανές ήταν ότι το βρετανικό εκλογικό σώμα αντέδρασε απέναντι σε μία ηλίου φαεινότερη συνεχή συγκέντρωση εξουσίας επί σειρά ετών σε έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό τα ηνία του οποίου κρατά η Γερμανία, της οποίας, όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, αποκλειστικός γνώμονας δράσης είναι διαχρονικά η προάσπιση των δικών της συμφερόντων μέσα και από τις γνωστές μερκαντιλιστικές πολιτικές της, και η οποία είχε ήδη δείξει δείγματα γραφής με την σκληρή συμπεριφορά της απέναντι σε χώρες όπως η Ελλάδα (Munoz-Darde, 2016). Στο πλαίσιο αυτό, ο μέσος Βρετανός ψηφοφόρος μάλλον είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν θα έπρεπε να αναμένει σημαντικά οφέλη και για την δική του μελλοντική οικονομική κατάσταση εάν ενσωματωνόταν σε αυτήν την συγκεκριμένη κοινή ευρωπαϊκή πορεία.

Ο συμβολισμός του Brexit στο γεωπολιτικό επίπεδο ήταν ασύλληπτος. Η Βρετανία, η κατεξοχήν ευρωπαϊκή δύναμη με παρελθόν αιώνων σε παγκόσμιο επίπεδο και σε καταστάσεις που θα προσομοίαζαν πρώιμες καταστάσεις παγκοσμιοποίησης, καθώς και η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που δεν υπέκυψε στην ισχύ του γερμανικού ολοκληρωτισμού στον Β’ ΠΠ και που απετέλεσε το εφαλτήριο για την απελευθέρωση της ηπείρου από αυτόν, αποκήρυσσε τελεσίδικα το συντελούμενο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όπως αυτό διαμορφώνεται.

Πέραν αυτού, με αφορμή τo Brexit, οι φωνές ενάντια στην τρέχουσα δομή και δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλήθυναν σε μεγάλο αριθμό χωρών και για μια σειρά διαφορετικών λόγων αποκαλύπτοντας μια βαθύτατα διχασμένη ένωση.

-Η ακύρωση της Συμφωνίας ΗΠΑ–Ευρωπαϊκής Ένωσης (TTIP)

Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ αποτέλεσε την δεύτερη εξέλιξη, σε μεγάλο βαθμό μη αναμενόμενη, η οποία τάραξε για ακόμα μια φορά τα νερά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς από την πρώτη στιγμή ο νεοεκλεγείς πρόεδρος καταφέρθηκε ενάντια στην πολιτική της Γερμανίας, ενώ από τα πρώτα μέτρα τα οποία έλαβε ήταν και η ακύρωση της συμφωνίας TTIP (Transantlantic Trade and Investment Partnership) μεταξύ των ΗΠΑ και ΕΕ. Αυτό το γεγονός, έχει από μόνο του έναν συμβολισμό επίσης σημαντικό. Οι ΗΠΑ, οι οποίες αποτελούν επί σειρά δεκαετιών την κατεξοχήν δύναμη παγκόσμιας κλίμακας, αρνούνται να συμπράξουν εμπορικά σε ευρεία κλίμακα με αυτό που παρουσιάζεται ως κοινή ευρωπαϊκή οντότητα.

-Ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας

Παράλληλα, κατά την διάρκεια των τελευταίων δύο ετών, μια σειρά από γεγονότα έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα τις εμπορικές και τις εν γένει οικονομικές σχέσεις των ΗΠΑ και της Γερμανίας, οι οποίες διακρίνονται πλέον από έντονη και αμοιβαία καχυποψία, αν όχι και εχθρότητα. Χαρακτηριστικά αναφέρονται η περίπτωση της αποκάλυψης της παραποίησης των εκπομπών ρύπων των γερμανικών αυτοκινήτων στις ΗΠΑ προκειμένου τα τελευταία να διατηρούν κάποια από τα ανταγωνιστικά τους χαρακτηριστικά αλλά και να μην αντιβαίνουν στη σχετική αμερικανική νομοθεσία. Η αποκάλυψη επέφερε σειρά αστρονομικών προστίμων στις μεγαλύτερες και γνωστότερες γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες. Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί και η περίπτωση της Deutsche Bank και ειδικά οι θυγατρικές της στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις δύο αυτές χώρες, ανώτατα δικαστήρια επέβαλαν στις αρχές του 2017 ιδιαίτερα βαριά πρόστιμα στις εν λόγω τραπεζικές γερμανικές θυγατρικές τράπεζες (Treanor, 2017). Είναι δε ιδιαίτερα σημαντικό να αναφερθεί ότι ο λόγος για τον οποίο επιβλήθηκαν τα εν λόγω πρόστιμα ήταν το ότι εμπλέκονταν σε διαδικασίες «ξεπλύματος» ρωσικών κεφαλαίων (άγνωστο εάν σε αυτά συγκαταλέγονταν και κρατικά κεφάλαια).

Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

Όπως αναφέρει και ο G. Friedman (2012) στο γνωστό think tank, Stratfor, η Γερμανία μετά την αποτυχία των δύο Παγκοσμίων Πολέμων να αλλάξει το γεωπολιτικό της status και να αποκτήσει στρατηγικό βάθος που θα της επέτρεπε αναβαθμισμένες και παγκόσμιες γεωπολιτικές βλέψεις, επικεντρώθηκε στους «ατλαντικούς» και ευρωπαϊκούς στόχους που ήταν αφενός η συγκράτηση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και η συμμετοχή της, με αξιώσεις, στην οικονομική ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την τελευταία, μεταξύ άλλων, απέβλεπε στην συγκράτηση της Γαλλίας και της Αγγλίας (διαχρονική γεωπολιτική της απειλή εκ δυσμάς) από τη μια πλευρά, και από την άλλη την οικονομική της ενδυνάμωση και ανάδειξη μέσα από τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη διαχρονική εφαρμογή μερκαντιλιστικών πολιτικών που ήδη αναφέρθηκαν.

Η μεταμόρφωσή της σύμφωνα με τον Kundnani (2011) σε «Civilian Power» [7] δεν έγινε ως πράξη αλτρουισμού, αλλά επειδή αυτός ο τρόπος ήταν ο μόνος επιτρεπτός σε αυτήν δεδομένων των περιορισμών της για να επιτύχει τους μεταπολεμικούς στόχους της και φιλοδοξίες. Ωστόσο, μετά την οικονομική κρίση του 2008 τα πράγματα άλλαξαν ριζικά σε σχέση με αυτή την γερμανική στρατηγική. Η «ατλαντική» προσφορά υπηρεσιών της Γερμανίας δεν άλλαξε κατ’ ουσίαν, αλλά δεδομένης της αποδυνάμωσης της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης, η συμμαχία εισήλθε σε καταστάσεις εσωστρέφειας και πολυδιάσπασης λόγω των αποκλινουσών εθνικών συμφερόντων των μελών της. Ο ευρωπαϊκός στόχος, όμως, της Γερμανίας δοκιμάστηκε σε πολλά επίπεδα, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης η οποία ξεκίνησε το 2008 από τις ΗΠΑ και χτύπησε ιδιαίτερα σκληρά τον ευρωπαϊκό νότο, κατεξοχήν αγαπημένη αγορά των γερμανικών προϊόντων.

Σύμφωνα με τον G. Friedman, η ευρωπαϊκή οικονομική κρίση προσέδωσε κατ’ αρχήν το πλεονέκτημα στην Γερμανία να εμφανισθεί ως ο κριτής και ως η πλέον υπεύθυνη οικονομία σε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό χωρών εγκαταλείποντας την μέχρι τότε πολιτική της από τον Β΄ΠΠ ως Civilian Power (Kundnani, 2011) και υιοθετώντας για πρώτη φορά συμπεριφορές επιβολής της θέλησής της σε τρίτες ευρωπαϊκές χώρες, στοιχείο που αναπόφευκτα παραπέμπει, καλώς ή κακώς, σε παλαιότερες μεθοδεύσεις της. Από την άλλη μεριά όμως, αυτή η κατάσταση την έθεσε μπροστά στο ενδεχόμενο τόσο η «ατλαντική» της όσο και η «ευρωπαϊκή» της στρατηγική να χρειαστεί να μεταβληθούν ριζικά, καθώς η δυσαρέσκεια των χωρών της ΕΕ με τις πρακτικές της Γερμανίας άρχισε να συσσωρεύεται σε ανησυχητικά υψηλά επίπεδα. Κατά τον Friedman, η ριζική μεταβολή της γερμανικής στρατηγικής που σταδιακά βιώνεται είναι πολύ πιθανόν στο μέλλον να συμπεριλαμβάνει την από κοινού σύμπλευση με την Ρωσία, προκειμένου να επιτευχθεί μια σύζευξη η οποία θα αποδώσει στην μεν Γερμανία ζωτικό χώρο για τα οικονομικά της συμφέροντα, στην δε Ρωσία πρόσβαση σε υψηλή τεχνολογία, αλλά κυρίως ανεμπόδιστη «κάθοδο» στην καρδιά της Ευρώπης και σε ανοιχτές θαλάσσιες οδούς. Κάτι τέτοιο, όμως, θα αποτελούσε την εμφάνιση των φόβων του H. Mackinder και για τους οποίους συνέχιζε να προειδοποιεί.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ

Εκκινώντας από την προσέγγιση των γεωπολιτικών σταθερών της ευρωπαϊκής ηπείρου καταδείξαμε στοιχεία ενισχυτικά της θέσης ότι οι γεωπολιτικές δομές και τάσεις που περιέγραφε ο Mackinder στις αρχές του 20ου αιώνα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτες. Η σύγκρουση των Χερσαίων και των Θαλασσίων Δυνάμεων συνεχίζεται με διάφορες εκφάνσεις, ενώ η ιδιάζουσα θέση της Γερμανίας στο Μακιντεριανό υπόδειγμα, την οποία αντιμετωπίζει περισσότερο ως χώρα της Heartland, ήτοι γεωπολιτικά συζευγμένη με χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα, επαληθεύεται μέσα από τις εξελίξεις που ακολούθησαν την τελευταία οικονομική κρίση στην Ευρώπη [8]. Η οικονομική λαίλαπα που ξέσπασε το 2008 στην καρδιά της Δύσης και απλώθηκε στην Ευρώπη μερικά χρόνια αργότερα φέρνοντας στο χείλος της καταστροφής μια σειρά χωρών (κατεξοχήν ενταγμένων στο θαλάσσιο πλέγμα ισχύος) σε γεωπολιτικό επίπεδο είχε δύο κύριες επιπτώσεις. Κατά πρώτο λόγο αναζωογόνησε παλαιές προσδοκίες της Γερμανίας για αποφασιστική κυριαρχία στην ευρωπαϊκή απόληξη της παγκόσμιας νήσου. Κατά δεύτερο λόγο κατέδειξε τις αδυναμίες του ατλαντικού γεωπολιτικού πλαισίου, του οποίου οι άμυνες φάνηκε να εξασθενούν, ως επίπτωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Ως αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων, παρατηρείται μια αντίδραση από την πλευρά των κρατών που ανήκουν στο Μακιντεριανό υπόδειγμα στις θαλάσσιες δυνάμεις. Η αντίδραση αυτή στην παρούσα φάση εμφανίστηκε καταρχήν με την ηχηρή απόφαση της Βρετανίας (της κατεξοχήν διαχρονικής Δυτικής θαλάσσιας δύναμης) να αποχωρήσει από το ευρωπαϊκό εγχείρημα, την έναρξη προστριβών οικονομικής και εμπορικής φύση μεταξύ Γερμανίας και ΗΠΑ, καθώς και την ύπαρξη ενδείξεων για την εμβάθυνση στρατηγικών σχέσεων μεταξύ Γερμανίας, Ρωσίας και Κίνας.

Δεν μπορεί επ’ ουδενί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι οι φόβοι του Mackinder ή του Friedman θα επιβεβαιωθούν, ούτε ότι η Γερμανία έχει αποφασίσει τελεσίδικα την μελλοντική της πορεία στις ατραπούς της Heartland. Υπάρχουν όμως ενδείξεις, οι οποίες και παρατέθηκαν, που στοιχειοθετούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο με ποσοστά υλοποίησης τουλάχιστον άξια ανάγνωσης και στοχασμού. Αυτές οι ενδείξεις καταμαρτυρούν περισσότερο το ότι η Γερμανία, έχοντας αφήσει πίσω οριστικά το μεταπολεμικό παρελθόν της, αναζητά γεωπολιτικές εναλλακτικές που θα της επέτρεπαν την καλύτερη εκμετάλλευση του δυναμισμού της, προς το παρόν τουλάχιστον μόνο οικονομικού.

Τέλος, αυτό που διαφαίνεται είναι ότι η γεωγραφία αλλά και η επιθυμία για επέκταση και κυριαρχία και ό,τι αυτές συνεπάγονται είναι διαχρονικοί καθοριστικοί παράγοντες με αξιοθαύμαστες ικανότητες νεκροφάνειας και νεκρανάστασης. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται κατανοητό το κατά πόσον είναι δυνατόν να επιτευχθεί μια ουσιαστική ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ηπείρου με τους σημερινούς πρωταγωνιστές, καθώς οι δυνάμεις και οι παράγοντες που επί σειρά αιώνων καθόριζαν ουσιαστικά τις ισορροπίες, τις ανισορροπίες και τις συγκρούσεις συνεχίζουν να δηλώνουν ηχηρά το παρόν, ενώ η σημερινή συγκυρία δεν εμφανίζει αυτούς τους παράγοντες να βρίσκονται σε κατάσταση σύμπλευσης και ομόνοιας, αλλά σε πορεία σύγκρουσης. Επομένως, τίθεται επιτακτικά το διατυπωθέν ερώτημα από πολλούς για το μύθευμα και το φαντασιακό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ενότητας (Harding, 2012). Ίσως ως επακόλουθο μιας απίθανης γεωλογικής μεταβολής όπου το σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου αποκολλάτο από την Ευρασία και μεταφέρονταν ως νησί πλέον στη μέση ενός μεγάλου ωκεανού να μπορούσαμε να συζητήσουμε πραγματικά για τις συνθήκες και τις προοπτικές μιας Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Τότε, και μόνο τότε, το ευρωπαϊκό κομμάτι της θεωρίας του Mackinder θα μπορούσε να εισχωρήσει οριστικά πλέον στην Ιστορία. Μέχρι τότε όμως αποτελεί έναν πολύτιμο και επίκαιρο οδηγό, τις βασικές αρχές του οποίου, είναι επικίνδυνο, να παραβλέπει κανείς.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] Ο Haushofer αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο τον γεωπολιτικό μέντορα του Hitler λόγω της προσωπικής φιλίας του πρώτου με τον R. Hess. Κατά το διάστημα φυλάκισης του Χίτλερ, ο Haushofer εξοικείωσε τον μελλοντικό δικτάτορα με τις ιδέες του Lebensraum (σύμφωνα με τα διδάγματα των προγενέστερων του Ratzel, Ratter και του Σουηδού Kjellen) και φαίνεται να ανταμείφθηκε με σημαντικές ακαδημαϊκές θέσεις. Η διαφωνία του όμως στην επίθεση της Γερμανίας στην Σοβιετική Ένωση, η σύμπλευση με την οποία αποτελούσε βασικό στοιχείο της γεωπολιτικής του θεωρίας, καθώς και οι σχέσεις του με τον R. Hess, τον κράτησαν μακριά από το στενό κύκλο του Γερμανού δικτάτορα.
[2] Ο Mackinder το ονομάζει «επιστημονικό» δασμό και αναφέρεται σε επιλεκτικές εισαγωγές οι οποίες λόγω της φύσης του εμπορευόμενου προϊόντος θα μπορούσαν να συνδράμουν στην αύξηση της εγχώριας εξειδικευμένης εργασίας
[3] https://www.youtube.com/watch?v=iPFH-yXm9VY, Ομιλία στο Βερολίνο την 13.4.2012 με θέμα “Is Mercantilism doomed to Fail? China, Germany and Japan and the Exhaustion of Debtor countries”
[4] “The oversetting of the balance of power in favour of the pivot state, resulting in its expansion over the marginal lands of Euro-Asia, would permit of the use of vast continental resources for fleet-building, the empire of the world would then be in sight. This might happen if Germany were to ally herself with Russia” (Geographical Pivot of History, 1904, p.436)
[5] O Mackinder αναφέρει χαρακτηριστικά “..possession of Greece by a great Heartland power would probably carry with it the control of the World-Island” (Mackinder (1942) Democratic Ideals and Reality, σελ. 116).
[6] www.documentarchiv.de/brd/2001/rede_putin_bundestag.html
[7] Σύμφωνα με τον Hans Kundnami (2011) ως «Civilian Power» χαρακτηρίζεται ένα κράτος το οποίο χρησιμοποιεί πολύπλευρους θεσμούς και οικονομική συνεργασία προκειμένου να επιτύχει τους στόχους στην εξωτερική πολιτική του. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον πολιτικό αναλυτή Francois Duchene στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για να περιγράψει την Ευρωπαϊκή Ένωση.
[8] Ως στοιχείο με ιδιαίτερο συμβολισμό και σημασία σημειώνεται η διατήρηση ακόμα και σήμερα και παρά τις προσπάθειες εξάλειψής του από την Γερμανία κατά την δεκαετία του 1990, του χαρακτηρισμού enemy state για τις χώρες του Άξονα στα άρθρα 53 και 107 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και την συνέχιση της δυνατότητας ένοπλης επέμβασης σε αυτές (χωρίς μάλιστα σχετική έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

-Adomeit, H., (2012), “German-Russian Relations: Balance Sheet since 2000 and Perspectives until 2025”, Comité d’études des relations franco-allemandes, Paris, Institut Français des Relations Internationales (Ifri), pp. 1 – 39
-Ciocca, P., & V., Colonna, (1981), “La Politica economica della Germania Federale e I suoi riflessi internazionali (1969-1979)” in Valli, V (1981) La Germania Federale verso l’ egemonia economica in Europa, Milano: Etas
-Clinch, M., (2017), “Germany has got its gold back – They must know something we don’t”, CNBC, 14.2.2017
-Cunha, A., (2017), “Paving the New Silk Road: The Evolution of the Sino-German Strategic Partnership”, Observatorio Politico Working Papers, Nr 67
-Friedman, G., (2012), “The State of the World: Germany’s Strategy”, Geopolitical Weekly, Stratfor Worldview
-Gotz, H., (20007), “Germany and Russia – strategic partners?”, Geopolitical Affairs, 4/2007
-Harding, G., (2012), “The Myth of Europe”, Foreign Policy, 191, pp 74-82
-Haushofer, K., (1938), Geopolitik des pazifischen Ozeans. Studien über die Wechselbeziehungen zwischen Geographie und Geschichte (1925), 3. Aufl., Heidelberg – Berlin.
-Heckscher (1955), Mercantilism, 2nd End, London, George Allen and Unwin
-Kindleberger, C., P., (1976), “Germany’s Persistent Balance of Payments Disequilibrium Revisited”, BNL Quarterly Review, 29, pp 118-150
-Kundnani, H., (2011), “Germany as a Geo-Economic Power”, The Washington Quarterly, 34(3), pp 31-45
-Mackinder, H., J., (1904), “The Geographical Pivot of History”, The Geographical Journal, Vol 23 (4), pp 421-437
-Mackinder, H., J., (1942), Democratic Ideas and Reality – A Study in the Politics of Reconstruction, National Defense University Press, Washington
-Mahan, A., T., (1900), The Problem of Asia. Its Effect Upon International Politics, Little, Brown and Co, Boston
-Mundell, R., (1961), “A Theory of Optimum Currency Areas”, The American Economic Review, 51(4), pp 657-665
-Munoz – Darde, V, (2016), “Brexit”, The Philosopher’s Magazine, (74), pp 24-26
-Parboni, R., (1980), Finanza e crisi internazionael, Milano: Etas
-Treanor, J., (2017), “Deutsche Bank fined $ 630 m over Russia money laundering claims”, Bloomberg, 31.12.2017
-Weber, M., (1930), The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism, Allen and Unwin, London

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

By Δρ. Σωτήριος Κ. Μπέλλος
foreignaffairs.gr

Πηγή

Popular

To Top