Real opinions

Στεφανόπουλος, Παπανδρέου, Τεμπονέρας

Κρέμονται από τα χείλη του, όχι αστεία…

Στεφανόπουλος, Παπανδρέου, Τεμπονέρας. Αυτά είναι τα ονόματα των σηράγγων στην εθνική Κορίνθου – Πατρών, που εγκαινίασε χθες ο Τσίπρας.
Καλά ο Στεφανόπουλος, καλά και ο Παπανδρέου· αλλά ο Τεμπονέρας τι προσέφερε στη χώρα, εκτός από τον θάνατό του υπερασπιζόμενος μια μαθητική κατάληψη στην Πάτρα;

Κακώς απορώ, διότι η ερώτηση περιέχει ήδη την απάντηση.

Προσέφερε, διότι δολοφονήθηκε σε μια μαθητική –όχι φοιτητική– κατάληψη και οι καταλήψεις αυτές ήταν το «σχολείο», η πραγματική alma mater, του πρωθυπουργού.

Οι καταληψίες μάς κυβερνούν.

Και ποιος ξέρει; Αν ζούσε ο μακαρίτης, μπορεί σήμερα να ήταν βουλευτής, ίσως ακόμη και υπουργός, του ΣΥΡΙΖΑ.

Εκείνο, όμως, που προκάλεσε ηχηρές αντιδράσεις ήταν η χρήση του ονόματος Παπανδρέου. 

Χρήσιμες αντιδράσεις, για όσους τουλάχιστον δεν έχουν καταλάβει ακόμη ότι το πρόβλημα της ΠΑΣΟΚάρας υπό την πρόεδρο Φώφη είναι η αθεράπευτη αλαζονεία του.

Ο πρώην υπουργός Γιάννης Μανιάτης προσεβλήθη από την αναφορά του Χρ. Σπίρτζη στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ ότι «ενέπνευσε πολλούς από εμάς, όπως και ο Τσίπρας», και έσπευσε να εκδώσει ανακοίνωση με την οποία χαρακτηρίζει «απρέπεια» να ταυτίζεται ο Σπίρτζης με τον «Μεγάλο», όπως τον λένε μεταξύ τους οι πασόκοι όταν έχουν νοσταλγική διάθεση.

Γιατί, παρακαλώ;

Δεν ήταν πασόκος ο Σπίρτζης;

Δεν ήταν και τόσοι άλλοι στην κυβέρνηση και στο κόμμα;

Και, κυρίως, δεν ήταν ΠΑΣΟΚ η μάζα των ψηφοφόρων που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία;

Για τον Παπανδρέου μπορεί ο καθένας να έχει τη γνώμη του.
(Τη δική μου τη γνωρίζετε. Το χειρότερο που θα μπορούσαν να μου κάνουν θα ήταν να μετονομάσουν τον δρόμο όπου μένω σε Ανδρέα Παπανδρέου. Θα πουλούσα το σπίτι μου απ’ την ντροπή…)

Είναι πράγματι «ο ιστορικός ηγέτης και ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ», όπως λέει ο Μανιάτης στη δήλωσή του, αλλά τώρα πλέον ανήκει στην Ιστορία και έχει πάψει να είναι αποκλειστικότητά τους.

Ομως, η ζηλότυπη στάση της ΠΑΣΟΚάρας θυμίζει και πόσο βαθιά ελληνικό φαινόμενο ήταν το ΠΑΣΟΚ.

Διότι είναι ακριβώς η ίδια ζηλοτυπία που χαρακτηρίζει, δυστυχώς, τους περισσότερους Ελληνες σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά μας: δεν μπορούμε να καταλάβουμε ότι ανήκει πια σε όλους –στη Δύση τουλάχιστον– και ότι αυτό ακριβώς είναι η αξία της.

Οι μπάντες

Μία μάλλον συγκινητική λεπτομέρεια από τα αποκαλυπτήρια της ανορθόγραφης πλάκας στους Φιλίππους, λεπτομέρεια την οποία πρόσεξα αφού είχα γράψει το σχετικό σημείωμα χθες.

Σε μία από τις φωτογραφίες όπου η υπουργός ποζάρει υπερηφάνως και ανεπιγνώστως μπροστά στην ανορθογραφία που έχει χαραχθεί στη μαρμάρινη πλάκα, στο βάθος δεξιά διακρίνονται δύο μπάντες πνευστών.
(Προφανώς, η μία δεν τους έφτανε…)

Οι μουσικοί της μιας είναι ντυμένοι με στολές στις οποίες κυριαρχούν το έντονο κόκκινο και τα πολλά χρυσά κουμπιά· της άλλης, φορούν στολές σε σκούρο, πρωσικό μπλε, στολισμένες με πλούσια σιρίτια σε έντονο κίτρινο.

Το σύνολο –δηλαδή, η υπουργός, η ανορθογραφία και οι μπάντες με τις φορτωμένες στολές τους– είναι σαν να βλέπεις μια νύφη να ποζάρει απαστράπτουσα με το λαμπρό νυφικό της και το καλύτερο χαμόγελό της, με το σούπερ επαγγελματικό μακιγιάζ και την άψογη κόμμωση, αλλά να της λείπει ο δεξιός κοπτήρας και να μην το ξέρει.

Είναι συγκινητικό, όπως μπορεί να είναι και εκνευριστικό –εξαρτάται πάντα από τη διάθεση της στιγμής–, το πόσο πολύ θέλουμε να φωνάξουμε στον κόσμο ότι είμαστε πιο σπουδαίοι από όσο μας υπολογίζουν και πως στην προσπάθεια καταφέρνουμε να γίνουμε ρεζίλι.

Μία μόνο φορά το πετύχαμε αυτό τα τελευταία χρόνια, με τους Ολυμπιακούς της Αθήνας· και ήταν η καταστροφή μας…

Ονόματος επίσκεψη

Αλλο ένα κάστρο έπεσε.

Για πρώτη φορά στα 188 χρόνια της ιστορίας του θεσμού, μια γυναίκα αναλαμβάνει αρχηγός της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου (Σκότλαντ Γιαρντ).

Είναι 57 ετών, έχει σπουδάσει στην Οξφόρδη και στο Κέμπριτζ, είχε λαμπρή σταδιοδρομία μέχρι τώρα, γενικώς οι οιωνοί είναι άριστοι.

Το μόνο πρόβλημα ή, μάλλον, το μόνο «θεματάκι» με την περίπτωσή της είναι το όνομά της. Λέγεται Κρέσιντα (Χρυσηίς) Ντικ (περιττεύει να το μεταφράσω).

Οι δύο έννοιες δεν είναι καθόλου ασύμβατες, αν θυμηθούμε την ομηρική ιστορία της Χρυσηίδας. Επίσης δεν είναι ασύμβατες ούτε από σαιξπηρικής σκοπιάς.

Διότι ο Βάρδος έγραψε κοτζάμ θεατρικό έργο για τη Χρυσηίδα («Troilus and Cressida») και, επίσης, συνηθίζει να αναφέρεται μετωνυμικώς στον εαυτό του –και ιδίως στα σονέτα του– ως «dick».

Συμπερασματικά, καλύτερη επιλογή για τη θέση δεν μπορούσε να γίνει! Οχι ότι έχω την παραμικρή ιδέα για τη διαδικασία και το παρασκήνιό της, αλλά την τελική επιλογή εγγυώνται ο Ομηρος και ο Σαίξπηρ. Δεν έχει παραπάνω.

Το γεγονός, πάντως, μου δίνει την ευκαιρία να θυμηθώ μια πτυχή από τη ζωή της Θάτσερ, που συνδέεται με το ζήτημα του διπλού ή πολλαπλού νοήματος των λέξεων και των παρεξηγήσεων που προκαλεί η άγνοιά τους.

Η Θάτσερ αγνοούσε τις λεγόμενες κακές λέξεις της εποχής της. Δεν παρακολουθούσε, δηλαδή, την εξέλιξη της αργκό, με αποτέλεσμα να εκστομίζει κουβέντες άκρως παρεξηγήσιμες από τους νεότερους.

Κάποτε, λ.χ., αναφερόμενη σε ένα αντικείμενο που της είχε κάνει εντύπωση με το μέγεθός του, είπε σε μια νεαρή μαθητευόμενη: «I’ve never seen a tool as big as that». Δεν ήξερε τι ονομάζουν «tool» οι νεότερες γενιές.

Μια άλλη φορά, αρνήθηκε να πυροδοτήσει ένα κανόνι, λέγοντας: «Won’t it jerk me off? ». Ούτε τι είναι «jerk off» ήξερε η καημένη.

Γενικώς, όπως έχει γράψει και η σπουδαία Καναδή ιστορικός Μάργκαρετ Μακ Μίλαν για τη διάσημη συνονόματή της, «το χιούμορ ήταν κάτι που δεν το είχε, όπως δεν είχε ούτε την ειρωνεία».

Σ.Κασιμάτης
kathimerini

Πηγή

Popular

To Top