Real opinions

Ώρα Δημοκρατίας: Ώρα του Συμβουλίου Επικρατείας!

«Όταν δε έστω και άνευ προθέσεως διαπράξη η Κυβέρνησις καμία παρανομίαν και έλθη το Συμβούλιο της Επικρατείας να της πει ότι της ακυρώνει την πράξιν της ταύτην, σας βεβαιώ ότι θα έλθω προσωπικώς να συγχαρώ και να σφίξω το χέρι του προέδρου και των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι υπενθύμισαν εις την Κυβέρνησιν ότι δεν έχει δικαίωμα να παρανομεί».

Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος εγκαινίασε στις 17 Μαίου 1929 τη λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας με την σημερινή του μορφή ως Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του το νεοπαγές Συμβούλιο υπό την προεδρία της ανεπανάληπτης προσωπικότητας του Κων/νου Ρακτιβάν, ανταποκρίθηκε στις υψηλές προσδοκίες του ιδρυτή του Ελ. Βενιζέλου, ακυρώνοντας ως παράνομες πλείστες όσες πράξεις της διοικήσεως.

Έκτοτε στην πάροδο σχεδόν ένα αιώνα, οι διοικητικές και δικαστικές αρμοδιότητες του ΣτΕ έχουν ρητά κατοχυρωθεί στο Σύνταγμα (άρθρο 95) και περαιτέρω εξειδικευτεί στο ΝΔ 170/1973, η δε νομολογία του σε καίρια πολιτειακά ζητήματα έχει παγιώσει το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο ως “φρουρό” της συνταγματικής νομιμότητας.

Ο έλεγχος νομιμότητας των εκτελεστών διοικητικών πράξεων και ο έλεγχος συνταγματικότητας των τυπικών νόμων που επιτελεί το ΣτΕ, συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο του ελέγχου από την δικαστική, των δύο άλλων εξουσιών, νομοθετικής και εκτελεστικής.

Ειδικότερα, ως προς την πολυαναμενόμενη κρίση του ΣτΕ επί του ζητήματος της συνταγματικότητας ή μη του γνωστού ως “νόμου Παππά” δέον όπως επισημανθεί ότι το ίδιο το Δικαστήριο δεσμεύεται από τις προγενέστερες υπ’ αριθμ. 1901/2014 & 3914/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του, περί αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ανεξάρτητης Αρχής (του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης) για την χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών, τον τελολογικό έλεγχο της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος και την επιβολή των προβλεπομένων διοικητικών κυρώσεων, μη δυνάμενο ως εκ τούτου, να αποστεί στην προκείμενη δίκη από την πάγια νομολογία του.

Κατά συνέπεια, το όλο “θεατρικό σκηνικό” που στήθηκε, αρχής γενομένης από την αρνησιδικία του νυν Προέδρου προκειμένου να “αφουγκραστεί τον παλμό της κοινωνίας”, μέχρι την παράνομη κτήση και δημοσιοποίηση περιστατικών του ιδιωτικού βίου νυν Αντιπροέδρου, πόρρω απέχει από αυτή καθαυτή την έννοια της απονομής του δικαίου, αλλά προδήλως εξυπηρετεί τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης από τα φλέγοντα πολιτειακά θέματα, ιδίως δε από τις αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις στις οποίες ρέπει η παρούσα κυβέρνηση από την επανεκλογή της στις 20 Σεπτεμβρίου 2015 και εντεύθεν.

Η Δημοκρατία είναι μεν “το άριστο” των πολιτευμάτων εφόσον όμως υπηρετείται από κατά το δυνατόν “αρίστους” κρατικούς λειτουργούς, ειδάλλως εύκολα μπορεί να καταντήσει έρμαιο στις εγωπαθείς, μεγαλομανείς, κατεξουσιαστικές ορέξεις “των χειρίστων”, μεταπίπτοντας σε Απολυταρχία.

Φύσει και θέση προστάτιδα του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η Δικαιοσύνη δια των λειτουργών της, όλων των βαθμίδων, που οφείλουν αδιακόπως και αδιαλείπτως να ανταποκρίνονται στις “μεγάλες και εύλογες προσδοκίες που το Κράτος Δικαίου έχει εις αυτούς στηρίξει” προς ηθική δικαίωση, αν μπορεί να λεχθεί κάτι τέτοιο, του Ιστορικού Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Κων/νου Ρακτιβάν.

Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, οι Ανώτατοι Δικαστές του ΣτΕ βρίσκονται αντιμέτωποι με την εξής αντιφατική νομική πραγματικότητα, που διαμορφώνεται μεταξύ αφενός, ενός προδήλως αντισυνταγματικού νομοθετήματος που πρέπει να ακυρωθεί και αφετέρου, της προσήκουσας εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο καλούνται να ερμηνεύσουν κατά τρόπο που να μην αφήνει περιθώρια αμφισβήτησής του εν προκειμένω.

Εχοντας αυτά υπόψη, όσοι ασχολούμαστε με την νομική επιστήμη μπορούμε μάλλον να μαντέψουμε την δικαστική έκβαση της επίμαχης υπόθεσης.

Της Ευαγγελίας Κοζυράκη
liberal.gr

Πηγή

Popular

To Top