Real opinions

BloombergView: Το κακό με τα δημοψηφίσματα

Σημαντικά γεγονότα τον τελευταίο καιρό έχουν συνθέσει μία εντυπωσιακή υπόθεση κατηγορίας εναντίον των δημοψηφισμάτων.
Η Βρετανία ψήφισε την αποχώρησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κολομβία απέρριψε συμφωνία για τον τερματισμό της διαμάχης που κρατά εδώ και δεκαετίες με τους επαναστάτες της FARC. Η Ουγγαρία μόλις είπε όχι στις (ταπεινές) ποσοστώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επανεγκατάσταση των προσφύγων. Κακές επιλογές όλα.

Οι πρόσφατες αυτές περιπτώσεις δεν είναι ανωμαλίες. Συνάδουν απόλυτα με μια ιστορική ακολουθία λανθασμένων αποφάσεων και απρόβλεπτων συνεπειών. Η πολύχρονη εμπειρία της Καλιφόρνια να εναποθέτει διάφορες πρωτοβουλίες στα χέρια της λαϊκής ψήφου δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση: Η πολιτεία συχνά, με κάποια επιείκεια, χαρακτηρίζεται ως ακυβέρνητη.

Τα δημοψηφίσματα δεν ευνοούν την καλή διακυβέρνηση και είναι συνήθως προτιμότερο να αποφεύγονται. Ωστόσο, πρέπει να είμαστε σαφείς σχετικά με το λόγο που δεν λειτουργούν σωστά. Ο λόγος δεν είναι ότι οι ψηφοφόροι είναι ανόητοι και ανίκανοι να κάνουν δύσκολες επιλογές ή ότι οι επαγγελματίες πολιτικοί ξέρουν καλύτερα ή ότι η δημοκρατία είναι υπερτιμημένη – απόψεις που φαίνεται να κερδίζουν έδαφος και ένα νέο επίχρισμα ακαδημαϊκής αξιοσύνης. Ερμηνείες όπως αυτές είναι πιο επικίνδυνες ακόμα και από τα κακότεχνα δημοψηφίσματα που τις προκαλούν.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι η φύση των πολιτικών επιλογών. Οι αποφάσεις για τη δημόσια πολιτική είναι εξαιρετικά πεπλεγμένες μεταξύ τους και αλληλένδετες. Το να τις αντιλαμβάνεται κανείς ως σαφείς, μια-κι-έξω αποφάσεις σημαίνει ότι έχει παρανοήσει την πρόκληση της δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Πάρτε για παράδειγμα την υπόθεση Brexit: με την πρώτη ματιά η επιλογή ήταν ένα απλό ναι-ή-όχι, δηλαδή «να παραμείνω στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή να φύγω». Στην πραγματικότητα όμως, η σημασία της κάθε μίας από τις δύο πορείες είναι τόσο ελαστική που είναι δύσκολο δύσκολο κανείς να αντιληφθεί το μέγεθος τού τι μπορεί να περιλαμβάνουν.

Ας υποθέσουμε ότι η Βρετανία είχε ψηφίσει να μείνει. Οι προοπτικές της θα εξαρτώντο, μεταξύ άλλων, από μυριάδες επιλογές πολιτικής που και η ίδια η χώρα και Ευρωπαίοι εταίροι της θα είχαν βαλθεί να πάρουν. Και αυτό δεν είναι τίποτα, φυσικά, μπροστά στο φάσμα της αβεβαιότητας που παρουσιάστηκε από την έξοδο – έχοντας να κάνει όχι μόνο με μελλοντικές πολιτικές επιλογές, αλλά και τους εξαιρετικά αβέβαιους όρους του διαζυγίου. (Αυτή η αύξηση του κινδύνου, που θα υφίσταται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξόδου, μπορεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τιμήματα της απόφασης εξόδου.)

Εδώ είναι το ζήτημα. Η πολιτική δεν συμβαίνει σε μία μόνο στιγμή στο χρόνο. Είναι μια συνεχής διαδικασία. Και οι επιλογές της δεν είναι ποτέ απλές, ούτε ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Είναι περίπλοκες και εξαρτώμενες από άλλες επιλογές. Αντιμετωπίζοντας αποφάσεις όπως αυτή, το εκλογικό σώμα στο σύνολό του, όσο έξυπνο κι αν είναι, δεν μπορεί να επιλέξει με σύνεση – ειδικά όταν οι επιλογές αναγκαστικά αδειάζονται από το περιεχόμενό τους ώστε να συνοψιστούν σε ένα «ναι» ή ένα «όχι».

Τα δημοψηφίσματα είναι λάθος και από άλλες απόψεις. Το αποτέλεσμα συχνά εξαρτάται από την ακριβή διατύπωση του ερωτήματος του δημοψηφίσματος, η οποία ανοίγει το δρόμο για χειραγώγηση – υπονομεύοντάς το ως έναν τρόπο να προσδοθεί νομιμότητα σε μια σαφή πορεία δράσης, η οποία υποτίθεται ότι είναι το ζητούμενο. Και, όπως καταδεικνύεται από το Brexit, τα δημοψηφίσματα σπάνια επινοούνται αποκλειστικά για να επιλύουν τα ζητήματα που τίθενται. Οι κυβερνήσεις μπορεί να τα χρησιμοποιούν για άλλους σκοπούς, όπως για να ενώσουν ένα διαιρεμένο κυβερνών κόμμα, ή για να βάλουν την αντιπολίτευση σε μειονεκτική θέση.

Η δημοκρατία βέβαια απαιτεί συναίνεση, οι ψηφοφόροι πρέπει να νοιάζονται, και μπορούν και πρέπει να συζητούν τα θέματα διεξοδικά. Αλλά από πρακτική πλευρά, όταν πρόκειται για την εξισορρόπηση δύο ανταγωνιστικών άκρων, για εντυπωσιακούς συμβιβασμούς και αποδοχή ανταλλαγών, θα πρέπει να διορίζουν εκπροσώπους που να εμπιστεύονται και να θεωρούν υπεύθυνους και να αναθέτουν το καθήκον αυτό σε αυτούς.

Παρόλ’ αυτά η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπως γίνεται σωστά αντιληπτή, είναι μια έκφραση σεβασμού προς τους πολίτες, όχι μια ετυμηγορία για τις πνευματικές τους ικανότητες. Είναι λάθος – και επικίνδυνο – να βλέπουμε ψήφους όπως αυτές στη Βρετανία, την Κολομβία και την Ουγγαρία, να αποδεικνύουν την ανικανότητα του εκλογικού σώματος για αυτοδιοίκηση.

Η εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς ξεθωριάζει σε πολλές χώρες. Όλο και περισσότερο, μία αντι-κυβερνητική, αντι-ελιτίστικη διάθεση οδηγεί τα γεγονότα. Πολλοί ψηφοφόροι αισθάνονται ότι τους αγνοούν, τους απογοητεύουν και δεν τους σέβονται οι περισσότεροι πολιτικοί. Μάλιστα έχουν τις περισσότερες φορές έχουν καλό λόγο να αισθάνονται έτσι.

Το φάρμακο για τους θυμωμένους ψηφοφόρους και τους αδιάφορους πολιτικούς δεν είναι ένα δημοψήφισμα.

Αυτό το εργαλείο, όσο ελκυστικό κι αν φαίνεται, είναι εντελώς αναξιόπιστο.

Η λύση είναι μια πολιτική τάξη που θυμάται τη θέση της, ακούει τους ψηφοφόρους με σεβασμό, και τα καταφέρνει στη μέρα με τη μέρα διακυβέρνηση της χώρας.

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία σχεδόν πάντα νικά την «άμεση δημοκρατία» – αλλά για να λειτουργήσει καλά, θα πρέπει, ξέρετε, να αντιπροσωπεύει.

Του Clive Crook
BloombergView
capital.gr

Πηγή

Popular

To Top