Politics

Πολιτικά Γραφεία ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ: Μια μετάλλαξη επικίνδυνη για τη δημοκρατία

Για δεκαετίες ολόκληρες, το να βολέψουμε στο δημόσιο μερικούς «δικούς μας» θεωρείται η φυσική τάξη των πραγμάτων. Σύμφωνα μ’ αυτή την λογική, όποιος έρχεται στα πράγματα (οφείλει να) βολεύει τα δικά του παιδιά.
Μάλιστα, το βόλεμα θεωρείται ότι αποτελεί τον κύριο νομιμοποιητικό λόγο ύπαρξης του δημοσίου από πολλούς συνέλληνες.

Γι’ αυτό και ο εκσυγχρονισμός του δημοσίου δεν αποτέλεσε ποτέ σημαντική προτεραιότητα στις κυβερνητικές πρακτικές.

Το ρωμαλέο πελατειακό σύστημα επεχείρησε να ανακόψει ο εμβληματικός νόμος Πεπονή (Νόμος 2190/94). Προφανώς και δεν κατάφερε να το κάμψει, αν και δημιούργησε την βεβαιότητα σε μια σημαντική μερίδα των παραγωγικών Ελλήνων ότι το ρουσφέτι μπορεί να ελεγχθεί.

Σήμερα, παρά την απώλεια της αρχικής του ισχύος, το ΑΣΕΠ εξακολουθεί να αποτελεί σανίδα της αντικειμενικότητας (ενίοτε και της αξιοκρατίας) για το δημόσιο. Μετά βεβαιότητας, πάντως, το εγχείρημα του ν. 2190/94 ήταν μια από τις ελάχιστες ανορθογραφίες του βαλκανικού σκηνικού του ελληνικού δημοσίου.

Το κερασάκι στο πελατειακό αλισβερίσι είναι οι μετακλητοί στα πολιτικά γραφεία των μελών της κυβέρνησης. Αυτοί είναι οι «σημαντικοί δικοί μας» που πρέπει, έναντι μιας δημόσιας αντιμισθίας, να διεκπεραιώσουν ομού μετά των κυβερνητικών στελεχών την πολιτική/οργανωτική/οικονομική ατζέντα του κόμματος.

Το καθεστώς των μετακλητών είναι εκείνο του δημοσίου υπαλλήλου, με μόνη διαφορά την περιορισμένη θητεία του, που λήγει μαζί με την θητεία του πολιτικού προσώπου στο οποίο έχει χρεωθεί.

Αυτή η πατέντα να θεσμοθετήσουν τα «πολιτικά γραφεία» των υπουργών ως δημόσιες υπηρεσίες- μ’ άλλα λόγια να φορτώσουν στον Έλληνα φορολογούμενο το κόστος τους- εφευρέθηκε από τους υπουργούς του Α. Παπανδρέου (με πρωτεργάτη τον Τσοχατζόπουλο) το 1985.

Στην πορεία των 30 χρόνων, ο αριθμός των συμβούλων κυμαινόταν γύρω στους 1.000, οπότε με δεδομένο ότι οι κυβερνήσεις είχαν περι τους 40 υπουργούς αντιστοιχούσαν 25 στον καθένα. 

Όσοι αυτά τα χρόνια διαμαρτύρονταν για το ρόλο της παρα-διοίκησης των μετακλητών, συναντούσαν την εύλογη ένσταση «μα, πως θα διοικήσει ο υπουργός χωρίς τους δικούς του; Ποιον να εμπιστευθεί;».

Προφανώς, ήταν αναξιόπιστοι και οι 700.000 δημόσιοι υπάλληλοι.

Όλ’ αυτά ισχύαν, ωστόσο, μέχρι την εμφάνιση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. 

Όταν άρχισαν να στελεχώνουν, μαζικά, τα πολιτικά γραφεία, αρκούσε να επικαλούνται το «ηθικό πλεονέκτημα» της αριστεράς.

Όταν αποφάσισαν να αμείψουν τους μετακλητούς με το υψηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας τους (17ο, τουτέστιν 2036 ευρώ μηνιαίως επιβαρύνοντας με 28.585.440 ευρώ ετησίως τον προϋπολογισμό) προσπέρασαν, περιφρονητικά, την κριτική της αντιπολίτευσης λέγοντας ότι κι άλλοι πρωθυπουργοί έχουν πολιτικά γραφεία.

Όταν τους απαντούσαμε ότι δεν υπάρχει στην Ευρώπη η πολυσχιδής ελληνική δομή υποστήριξης του πρωθυπουργού με 5 Γενικές Γραμματείες με 5 Υπουργούς (Παππάς, Φλαμπουράρης, Κουικ, Γεροβασίλη και Δραγασάκης) μας ειρωνεύονταν.

Όταν συνεχίζοντας το κρεσέντο των προσλήψεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα φθάσαμε να έχουμε περισσότερες προσλήψεις στον τελευταίο χρόνο (27.700) από αποχωρήσεις (22.275), ψεύδονταν ενώπιόν μας στη Βουλή.

Όταν, όμως, προχθες η κυρία Γεροβασίλη αποκάλεσε «πολιτικό αλήτη» τον Σταύρο Θεοδωράκη, επειδή αποκάλυψε τον ρόλο πολλών εξ αυτών των εμμίσθων ως υβριστών και συκοφαντών των πολιτικών τους αντιπάλων.

Τότε αποκαλύφθηκε- και σε μένα- μια επικίνδυνη μετάλλαξη του πελατειασμού:

Δεν πρόκειται, πια, για το αθώο βόλεμα σε μια θεσούλα του δημοσίου αλλά για ένα οργανωμένο σχέδιο δημιουργίας πραιτοριανών ενός παρακράτους.

Χρησιμοποιώντας ως μανδύα την κοινοβουλευτική παρουσία ενός κόμματος που δείχνει με κάθε τρόπο την δυσανεξία του απέναντι στους θεσμούς και την Δημοκρατία, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ετοιμάζονται να υπεραμυνθούν των «εχθρών του λαού».

Χρέος όλων των δυνάμεων, προσωπικοτήτων και κινημάτων που δεν θέλουν να βιώσουν μια Βαϊμάρη, αλά ελληνικά, είναι όχι μόνο να αποκαλύψουν τα σχέδιά τους αλλά και να τους σταματήσουν.

Παναγιώτης Καρκατσούλης
liberal.gr

Πηγή

Σχολίαστε

Popular

To Top