Οικονομία

Καήκαμε !

Στον αέρα απειλείται να τιναχτεί ο κυβερνητικός σχεδιασμός για το χρονοδιάγραμμα και τους καταλύτες «υπέρβασης της κρίσης» με αφετηρία το τέλος του 2016.

Αναδιάρθρωση χρέους, ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ και δοκιμαστική έξοδος στις αγορές, όλα αυτά τα οποία η κυβερνητική αφήγηση ανέδειξε τους τελευταίους μήνες σε καθοριστικά εργαλεία για την οικονομική ανάκαμψη και την πολιτική μακροημέρευσή της, κινδυνεύουν να παρασυρθούν βαθύτερα στο χρόνο, δια της γνώριμης τακτικής «των αναβολών λόγω διαφωνίας» μεταξύ ΔΝΤ και Βερολίνου.

Το μόνο αισιόδοξο νέο για την οικονομία και επικοινωνιακό όπλο ενόψει του συνεδρίου αυτή την εβδομάδα, είναι ότι στο σημερινό Eurogroup αναμένεται να επικυρωθεί η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης καθώς σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, παραδόθηκε στον Ευκλείδη Τσακαλώτο η έκθεση συμμόρφωσης» των θεσμών και εκτός απροόπτου θα εγκριθεί η εκταμίευση της υποδόσης των 2,8 δισ. ευρώ.

Από την άλλη, εν τη απουσία ενδείξεωνσυμβιβασμού μεταξύ των πιστωτών κατά τις κρίσιμες διαβουλεύσεις της Ουάσινγκτον για το χρέος, το ρίσκο που αντιμετωπίζει πλέον η οικονομία είναι να συνεχίσει να βρίσκεται για μήνες ακόμη επί ξύλου κρεμάμενηαναμένοντας τον κατάλληλο χρόνο μετά τις γερμανικές εκλογές, για να ευοδωθούν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ΔΝΤ και Βερολίνου.

Από τη στιγμή που εκλείπουν παντελώς οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης του «αυτόματου πιλότου» για την ανάκαμψη και δεν υπάρχουν εναλλακτικά αντίμετρα για να αποκρούσουν τις υφεσιακές επιπτώσεις των μέτρων (εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 5,5 δις. ευρώ σύμφωνα με έκθεση της Eurobank), η κατάσταση σημαντικά.

Ο κίνδυνος να κλοτσήσουν τελικά οι δανειστές ακόμη πιο μακριά το ντενεκεδάκι του ελληνικού χρέους και να μεταθέσουν για μετά τις γερμανικές εκλογές την εξειδίκευση των παρεμβάσεων, αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στην προσπάθεια αποκατάστασης του επενδυτικού κλίματος και αποκλιμάκωσης του κόστους δανεισμού. Αντί για την απογείωση του ΑΕΠ κατά 2,7% που προβλέπει ο προϋπολογισμός, η οικονομία απειλείται με πρόσκρουση στον τοίχο της υπερφορολόγησης και της επενδυτικής απομόνωσης.

Μια τέτοια πολύμηνη καθυστέρηση θα μπορούσε να επιφέρει καταστροφικά αποτελέσματα στην προσπάθεια ανάκτησης της «εμπιστοσύνης» των επενδυτών και, αντί για προϋποθέσεις σταδιακής επιστροφής στις αγορές, να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την εκ νέου προσφυγή της χώρας στην ανάγκη δανεισμού από την Ευρώπη μέσα από ένα τέταρτο πρόγραμμα χρηματοδότησης.

Με καταγεγραμμένες πλέον τις σημαντικές διαφωνίες μεταξύ ΔΝΤ και Ε.Ε για τις ενέργειες που μπορούν να δρομολογηθούν πριν την εκπνοή του έτους, η αβεβαιότητα μεγεθύνεται και διαποτίζειπλέον και το ίδιο το οικονομικό επιτελείο το οποίο αναχώρησε από την Ουάσινγκτον με κουρεμένες προσδοκίες για το χρέος αλλά και με ισχυρές πιθανότητες να συρθεί από τους δανειστές στην λήψη ακόμη περισσότερων μέτρων για να διασφαλιστεί η «απόδοση» του προγράμματος.

Ο κόφτης, το πάγωμα των συντάξεων και τα νέα μέτρα

Από τις επαφές του ελληνικού επιτελείου στις ΗΠΑ προέκυψε ότι:

-Είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο η Ελλάδα να παρασυρθεί σε μια συζήτηση για τη λήψη πρόσθετων μέτρων από τους δανειστές. Η κυβέρνηση ξορκίζει μια τέτοια εξέλιξη αλλά δεν αποκλείει να προκύψει μέσω της διαπραγμάτευσης για μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων και της επιστροφής του ΔΝΤ στο πρόγραμμα. Ένα πιθανό σενάριο είναι το Βερολίνο να επικαλεστεί τις επιφυλάξεις του ΔΝΤ για την επίτευξη των στόχων για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, και να ζητήσει να ληφθούν επιπρόσθετα μέτρα, παραβιάζοντας τη συμφωνία που ήδη υφίσταται για την ενεργοποίηση του «κόφτη» σε περίπτωση εκτροχιασμού.

Αντίστοιχα ακόμη και στο σενάριο που επιτευχθεί συμβιβασμός για μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων λ.χ στο 2,5% όπως επιδιώκει η ελληνική κυβέρνηση, είναι επίσης πιθανό το Ταμείο να θέσει θέμα κάλυψης του «κενού» ως το 1,5% που εκείνο θεωρεί βιώσιμο, με νέα μέτρα.

Έναντι πιθανών τέτοιων απαιτήσεων από τους δανειστές με αιχμή την πρόταση του ΔΝΤ για περικοπές στις υφιστάμενες συντάξεις, η κυβέρνηση προέβαλε ως άμυνα τον κόφτη δαπανών και αντιπρότεινε πολυετές πάγωμα των συντάξεων ακόμη και αν η οικονομία γυρίσει σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στο μέλλον.

-Ο ρόλος του ΔΝΤ στο νέο πρόγραμμα παραμένει γρίφος. Υπό κανονικές συνθήκες η χρηματοδοτική συμμετοχή που του αναλογεί στο τρίτο μνημόνιο είναι 20-25 δισ. ευρώ. Το συνολικό πακέτο φτάνει τα 86 δισ. ευρώ εκ των οποίων τα 66 δις. ευρώ για αναχρηματοδότηση χρέους, άλλα 25 δις. ευρώ για τις τράπεζες που τελικά απορρόφησαν 5 δις. ευρώ και επιπλέον 7 δις. ευρώ για ληξιπρόθεσμες οφειλές, και αν δεν υπάρξει συμφωνία με το ΔΝΤ τα χρήματα θα πρέπει να δοθούν μέσω ευρωζώνης. Η προοπτική αυτή είναι που κάνει τη Γερμανία να αντιδρά και να επιμένει στην συμμετοχή του ΔΝΤ. Υπάρχουν παραπάνω από ένα σενάρια τα οποία βρίσκονται στο τραπέζι για το πώς θα κινηθεί το Ταμείο. Δεδομένου ότι τα δάνεια που χορηγεί είναι βραχυχρόνια, έχουν υψηλό κόστος εξυπηρέτησης και συνοδεύονται από πρόσθετες απαιτήσεις, το «ιδανικό» για την κυβέρνηση όπως άφησε να εννοηθεί ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, είναι το ΔΝΤ να συμμετάσχει με ένα μικρό δάνειο (π.χ 5 δισ. ευρώ) αφού πρώτα ο ESM εξαγοράσει τα υφιστάμενα δάνεια του Ταμείου.

-Οι αποφάσεις για τη διευθέτηση του χρέους και τον τρόπο συμμετοχής του ΔΝΤ θα ληφθούν –αν ληφθούν- «την τελευταία στιγμή». Η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ως ορόσημο το Eurogroup της 7ης Δεκεμβρίου (τελευταίο της χρονιάς). Οι δύο μήνες που μεσολαβούν και θα είναι αφιερωμένοι στην δεύτερη αξιολόγηση, αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να οδηγηθούν τα πράγματα σε «ακραίες καταστάσεις» πριν φτάσει η ώρα των αποφάσεων. Αυτή τη στιγμή είναι ξεκάθαρο πως δεν υπάρχει καμία αναφορά στα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα του χρέους όπως επιδιώκει να γίνει η κυβέρνηση. Τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας απασχολούν μόνο τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος (ως το 2018), ενώ το ΔΝΤ και η κυβέρνηση επιδιώκουν, χωρίς αποτέλεσμα ακόμη, να ανοίξει η συζήτηση και για τις παρεμβάσεις της επόμενης δεκαετίας.

Σε ό,τι αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα, το οικονομικό επιτελείο ξεκαθάρισε στην Ουάσινγκτον πως για λόγους αξιοπιστίας δεν θα θέσει θέμα αναθεώρησης των στόχων για το 2018 (3,5% του ΑΕΠ), αλλά διεκδικεί σταδιακή μείωση τους από το 2019 και μετά μέχρι το 2% προκειμένου να προχωρήσει σε μειώσεις φόρων. Στο πλαίσιο αυτό προτίθεται να μεταθέσει για το 2017 την κατάθεση του Μεσοπρόθεσμου (2017-2021) προκειμένου να συνεχίσει τη διαπραγμάτευση για τα πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά και να μην χρειαστεί να περιγράψει νέα μέτρα για το μέλλον.

Μεγάλο πρόβλημα αν…

Η αγωνία που διατύπωσε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος από την Ουάσινγκτον προβλέποντας πως «θα υπάρξει μεγάλο πρόβλημα αν δεν επιστρέψει μέχρι το τέλος του 2016 το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα» είναι μεν μια προσπάθεια να αναδειχθούν οι ευθύνες της γερμανικής «αδιαλλαξίας», αλλά κυρίως αποτελεί παραδοχή των επιπλοκών που θα προκύψουν. Την επεξήγηση έκανε ο ίδιος ο υπουργός λέγοντας πως «αν δεν ληφθούν τώρα οι αποφάσεις, η καθυστέρηση αυτή θα έπληττε τις επενδύσεις, θα ενέπλεκε την Ελλάδα στον εκλογικό κύκλο της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας, και δεν θα συμπεριελάμβανε τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ», κλείνοντας πρακτικά κάθε μονοπάτι προς τον «καθαρό διάδρομο» που επιδιώκει να ανοίξει στους επενδυτές η κυβέρνηση.

Στην κυβέρνηση διατηρούν πάντως προσδοκίες ακόμη και αν δεν υπάρξει συμφωνία επί της έκθεσης βιωσιμότητας του ΔΝΤ ως το τέλος του έτους, η ΕΚΤ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους ευρωπαίους πιστωτές ως «τελευταίο καταφύγιο». Το σενάριο αυτό βασίζεται στην υπόθεση ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ότι θα αξιοποιήσει τη δική της ανάλυση βιωσιμότητας με βάση τις εισηγήσεις του ESM για το χρέος, ώστε να ξεκλειδώσει την πόρτα του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης για την Ελλάδα. Προϋπόθεση για μια τέτοια εξέλιξη είναι να ολοκληρωθεί εντός του έτους η δεύτερης αξιολόγηση (σ.σ μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου έχει βάλει στόχο η κυβέρνηση) και ότι θα έχει διαπιστωθεί «πρόοδος» από τα κλιμάκια των δανειστών.

Από την πλευρά τους, πάντως, οι αγορές μετοχών και ομολόγων στις οποίες δίνει πλέον μεγάλη σημασία η κυβέρνηση ποντάροντας στην κινητοποίηση κερδοσκοπικών-επενδυτικών κεφαλαίων, έχουν ήδη δείξει με την παραμονή τους στα χαμηλά των τελευταίων ετών ότι δεν τρέφουν ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες για γρήγορα αποτελέσματα.

Αντιθέτως η διατήρηση της απόδοσης των ελληνικών δεκαετών ομολόγων στο 8,4% (άνοδος 1% μετά τη συμφωνία του Μαΐου) καταδεικνύει τη μεγάλη επιφυλακτικότητα των αγορών ακόμη και έναντι της πιθανότητας η ΕΚΤ να «αυτονομηθεί» και να κάνει αποδεκτά για αγορές τα ελληνικά ομόλογα στο τέλος του 2016.

Του Βασίλη Γεώργα
liberal.gr

Πηγή

Popular

To Top