Real opinions

Η ΕΛΣΤΑΤ και τα μαγειρέματα Παπανδρέου – Παπακωνσταντίνου στο έλλειμμα του 2009

Με έκπληξη ανέγνωσα άρθρο-απάντηση της κας. Ξαφά σε δικό μου άρθρο για το έλλειμμα του 2009, γραμμένο σε τόνο προσωπικής επίθεσης. 
Δεν είναι εφικτή, άραγε, η συζήτηση μόνον επί τη βάσει επιχειρημάτων; Πρέπει να προσωποποιείται η όποια συζήτηση;

Παρά τον επιθετικό τόνο («μεγάλα ψέματα»), η κυρία Ξαφά δέχεται επί της ουσίας ορισμένες τοποθετήσεις μου ως ορθές. Κεντρικής σημασίας είναι η παραδοχή της ότι το έλλειμμα του 2009 ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας της Επιτροπής και, συνεπώς, ουδέποτε αποτελούσε αντικείμενο των «Greek Statistics». Υπήρχαν θέματα μόνον για τα ελλείμματα των ετών 2005 έως 2008 και παλαιοτέρων ετών. Όμως ο καβγάς είναι για το έλλειμμα του 2009. Περί αυτού ήταν ο τίτλος του άρθρου μου.

Παρά την απαξιωτική αντιμετώπιση, η παραδοχή της μίας εκ των τριών κεντρικών μου θέσεων είναι σαφής. Το αν οι κυβερνήσεις Καραμανλή και Σημίτη νόθευαν τα ελλείμματα άλλων χρήσεων δεν απασχόλησε ούτε το άρθρο μου, ούτε τη δημόσια συζήτηση, η οποία διεξάγεται αποκλειστικά για το έλλειμμα του 2009.

Περαιτέρω, η εφαρμογή της αρχής του δεδουλευμένου (accrual basis) στα δημοσιονομικά μεγέθη δεν είναι όπως παρουσιάζεται. Οι νομοθετικοί κανόνες της Ε.Ε. προβλέπουν, με ιδιαιτέρως ανοικτό τρόπο, εξαιρέσεις από την αρχή του δεδουλευμένου. Η παράγραφος 1.57 εδάφια 5 και 6 του Κανονισμού (ΕΚ) 2223/96 (γνωστότερου ως «ESA95») προβλέπει:

«Πάντως, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι απαραίτητο να υπάρχει κάποια ευελιξία όσον αφορά το χρόνο καταγραφής. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τους φόρους και τις λοιπές ροές που αφορούν το δημόσιο, που συχνά καταγράφονται στους λογαριασμούς του δημοσίου με βάση τις πληρωμές.». Η διάταξη αυτή, ενδεικτική της ασάφειας του οικείου ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου, είναι χαρακτηριστική της ευρύτητας των πιθανών εξαιρέσεων από την αρχή του δεδουλευμένου.

Με αφετηρία λοιπόν την «ευελιξία» που είχε νομοθετήσει η ίδια η Ε.Ε., στο ίδιο το έγγραφο που παραθέτει η κα. Ξαφά, αριθ. COM(2010) 1 final/8-1-2010 της Επιτροπής, σελ. 33, μαρτυρείται ότι η εφαρμογή της ταμειακής αρχής (cash basis) στα έσοδα από φόρους και, συνακόλουθα, στις επιστροφές φόρων, που μεθοδολογικά ανήκουν όχι στις δαπάνες, αλλά στα έσοδα (θεωρούνται μείωση των εσόδων, είναι δηλαδή αρνητικό κονδύλι των εσόδων από φόρους), αποτελεί οδηγία και εντολή της Eurostat προς τις ελληνικές αρχές.

Κατά λέξη: «[…] η Eurostat ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να χρησιμοποιήσουν τη μέθοδο της ‘χρονικά προσαρμοσμένης ταμειακής καταγραφής’. [Και σε υποσημείωση:] Τα φορολογικά έσοδα για το έτος N υπολογίζονται λαμβάνοντας υπόψη τα φορολογικά έσοδα που εισπράχτηκαν από το Μάρτιο του έτους N μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους N + 1». Συνεπώς, και για τις επιστροφές φόρων ισχύει η ταμειακή αρχή.

Ως προς το ζήτημα των δαπανών νοσοκομείων: Οι εξοφλήσεις της κυβέρνησης Παπανδρέου στη χρήση 2009 ύψους 1,2 δισ. αφορούν κονδύλια στα οποία δεν είχε ακόμη γίνει ουδεμία διαπραγμάτευση για εκπτώσεις. Συνεπώς, η εν λόγω δαπάνη δεν ήταν εκκαθαρισμένη και, με βάση τους γενικούς κανόνες της αρχής του δεδουλευμένου (accrual basis), ορθώς δεν καταγραφόταν ακόμη στα δημοσιονομικά μεγέθη. Πέρα από το ζήτημα της παράδοξης βιασύνης της κυβέρνησης Παπανδρέου να εγγράψει τη δαπάνη στη χρήση 2009, καθαυτή η παραίτηση από τη λήψη εκπτώσεων από τους προμηθευτές θέτει σοβαρότατο ζήτημα, ίσως ποινικών διαστάσεων. Πρόκειται για ζημία του δημοσίου, πιθανού ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.

Γενικά, η εφαρμογή της αρχής του δεδουλευμένου ουδόλως αποκλείει στην πράξη τη μεταφορά κονδυλίων από μία χρήση στην άλλη. Είναι απολύτως εφικτό να ζητηθεί από προμηθευτές να παραδώσουν νωρίτερα, από υπηρεσίες να οριστικοποιήσουν παραλαβές νωρίτερα, να κοπούν τιμολόγια νωρίτερα. Δεν γνωρίζουμε από τις δημοσίως διαθέσιμες πληροφορίες πώς ακριβώς κατάφερε η κυβέρνηση Παπανδρέου να εγγράψει 700 εκατ. υψηλότερες αμυντικές δαπάνες στη χρήση 2009, γνωρίζουμε όμως ότι το έπραξε, όπως γνωρίζουμε ότι αμέσως στη συνέχεια, το 2010, οι αμυντικές δαπάνες σημείωσαν υπέρμετρη μείωση, ακόμη και πριν την ψήφιση του Μνημονίου.

Περί της «αναδιανομής» με έκτακτο επίδομα: Η κυρία Ξαφά παραβλέπει ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου πλήρωσε μεν τα 500 εκατ. μέσα στο 2009, εισέπραξε ωστόσο την έκτακτη εισφορά, που χρηματοδότησε την «αναδιανομή», το 2010. Έτσι, πέτυχε και μια θαυμάσια «αναδιανομή ελλείμματος» μεταξύ των δύο ετών, αφού η μεν δαπάνη καταγράφηκε το 2009, το δε έσοδο το 2010. Ομοίως, η αύξηση του ΕΤΑΚ 2009, αποσκοπούσα παρομοίως σε χρηματοδότηση της «αναδιανομής», εισπράχθηκε, όπως όλο το ΕΤΑΚ, δύο-τρία χρόνια αργότερα.

Μη παρουσιάζοντας άλλα στοιχεία, η κα. Ξαφά παραδέχεται τα λοιπά κονδύλια νόθευσης του ελλείμματος 2009 (της πραγματικότητάς του, όχι της λογιστικής του) εμμέσως ως ορθά. Θα έπρεπε να προβληματιστεί, αντί να επιτίθεται, όταν μάλιστα η, εκ μέρους μου, χρήση της ταμειακής αρχής και της αρχής του δεδουλευμένου αποδεικνύεται παραπάνω ορθή.

Είτε αδυνατώντας να παραθέσει αντίθετα στοιχεία, είτε παραθέτοντας εσφαλμένα τοιούτα, επιβεβαιώνει και τη δεύτερη κεντρική μου θέση:

Η κυβέρνηση Παπανδρέου πράγματι «νόθευσε» – αύξησε κατά τουλάχιστον 4% του ΑΕΠ ή 9,3 δις το έλλειμμα του 2009. Και δεν είναι ελαφρυντικό για την κυβέρνηση Παπανδρέου ότι το ποσό αυτό είναι μόνον «μέρος» της διαφοράς του ελλείμματος. Είναι λίγο το 4% του κ. Παπακωνσταντίνου συν το 2,2% του κ. Γεωργίου;

Μένει η τρίτη κεντρική μου θέση: Οι λόγοι αναθεώρησης του ελλείμματος δια της ένταξης επιπλέον φορέων του δημοσίου στη Γενική Κυβέρνηση. Το ίδιο έγγραφο COM(2010) 1 final/8-1-2010 της Επιτροπής παρουσιάζει όλους τους προϋπάρχοντες «αστερίσκους» στους ελληνικούς εθνικούς λογαριασμούς, χωρίς καθόλου να θέτει θέμα ένταξης φορέων στη ΓΚ.

Συνεπώς, η αναθεώρηση αυτή έγινε από τον κ. Γεωργίου εκ του μη όντος!

Η κυρία Ξαφά παραβλέπει το πολύ σοβαρό αυτό ζήτημα και παραλείπει να εξετάσει το βασικό ερώτημα του άρθρου μου, περί αναζήτησης των λόγων επιβάρυνσης του ελλείμματος του 2009, ακριβώς δια της εκ του μη όντος εντάξεως νέων φορέων στη ΓΚ.

Ασφαλώς, η ερμηνεία που δίδω στο προηγούμενο άρθρο μου («να μην γίνει ρεζίλι η ελληνική κυβέρνηση που μιλούσε για νόθευση του ελλείμματος του 2009 και να μην γίνει ρεζίλι και η Ευρώπη») είναι υποθετική (από πού κι ως πού συνωμοσιολογική;). Καθαυτή, δεν διαψεύσθηκε από την κα. Ξαφά. Άλλωστε, ουδόλως ασχολήθηκε με την ουσία της.

Η δημόσια έκφραση υπόθεσης αποσκοπούσε συνειδητά στο να προκαλέσει την έναρξη σχετικής συζήτησης: Οποιοσδήποτε γνωρίζει κάτι περισσότερο, ας μας διαφωτίσει. Να μας διαφωτίσει, όμως.

Οι όποιες απαντήσεις τού κ. Γεωργίου για τις πολύ συγκεκριμένες καταγγελίες παραβίασης της παγίως εφαρμοζόμενης μεθοδολογίας δεν μπορεί να είναι ότι, αορίστως, «τηρήθηκαν οι κανόνες», ούτε το μη-επιχείρημα «τα ενέκρινε η Eurostat». Μη-επιχείρημα, διότι εδώ και η ίδια η Eurostat ελέγχεται για παραβίαση της μεθοδολογίας της.

Άμεση παραδοχή της πρώτης κεντρικής θέσης, έμμεση παραδοχή και εσφαλμένη κριτική στη δεύτερη κεντρική θέση, ουδεμία ενασχόληση με την τρίτη κεντρική θέση του άρθρου μου.

Μέχρι να πληροφορηθούμε περισσότερες απαντήσεις, που και εγώ αναζητώ, εξακολουθώ να διερωτώμαι: Προς τι ο επιθετικός και απαξιωτικός τόνος;

Τέλος, διατυπώνω με τη σειρά μου αντίλογο στο άρθρο τής κας. Ξαφά της 9ης Αυγούστου, όπου θεωρεί τη διερεύνηση τυχόν μεθοδεύσεων για την υπαγωγή μας στο Μνημόνιο ως αναζήτηση άλλοθι για την κρίση:

Την επομένη, 10 Αυγούστου 2016, το Capital.gr μας αποκάλυψε κάτι όχι δημοσίως γνωστό, έως σήμερα:

Το πρώτο δίμηνο του 2010, οι primary dealers του ελληνικού χρέους είχαν δηλώσει αρμοδίως την προθυμία τους να συνεχίσουν να δανείζουν τη χώρα και για τις επόμενες εκδόσεις ομολόγων.

Εάν αυτό ισχύει, καθίσταται φανερό ότι η δήλωση χρεωκοπίας της 23ης Απριλίου 2010 και η υπαγωγή στο Μνημόνιο δεν ήταν αναπόφευκτες, αλλά αποτελούσαν πολιτική επιλογή της κυβέρνησης Παπανδρέου.

Η νηφάλια αναζήτηση τυχόν ευθυνών για την υπαγωγή στο Μνημόνιο δεν αποτελεί αναζήτηση άλλοθι, αλλά πράξη συλλογικής αυτογνωσίας. Το αν η παλαιότερη, κακή δημοσιονομική διαχείριση δεν ήταν τελικά ο μόνος λόγος υπαγωγής μας στο Μνημόνιο, αποτελεί ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας.

Του Γεωργίου Ι. Μάτσου
capital.gr

Πηγή

Σχολίαστε

Popular

To Top