Politics

Κόκκινα δάνεια – Εργασιακό: Πως θα αποδράσει από τις ευθύνες του ο Τσίπρας

Δύο πολύ μεγάλες και πολύ καυτές πατάτες καλείται να κρατήσει και να διαχειριστεί η κυβέρνηση Τσίπρα. Οι οποίες, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, μπορούν να οδηγήσουν σε ταχεία αποκαθήλωσή της. 
Η πρώτη αφορά τα εργασιακά και την επερχόμενη πολιτική «κόλαση» που τα συνοδεύει και η δεύτερη τη διαχείριση των κόκκινων δανείων και των προεκτάσεών της.

Στα εργασιακά τα πράγματα έχουν ως εξής. Η αγορά, όπως εξαιρετικά ανέδειξε το Σάββατο στο πρωτοσέλιδό του το «Κεφάλαιο» και στη συνέχεια το Capital.gr, στενάζει κάτω από το βάρος των capital controls, της ύφεσης, της αποβιομηχάνισης της χώρας και της υπερφορολόγησης. Από τη στιγμή δε που δεν διαφαίνεται ούτε κάποιο επενδυτικό σοκ, ούτε κάποια «μαγική» συνταγή ενίσχυσης της ρευστότητας αλλά και της κατανάλωσης, είναι ξεκάθαρο ότι πολλές επιχειρήσεις, αν όχι οι περισσότερες, δεν βγαίνουν. Δεν μπορούν να σηκώσουν τα υπέρογκα κόστη.

Μοιραία λοιπόν, τιο μισθολογικό κόστος αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία. Μακάρι να ήταν αλλιώς. Όμως δεν είναι. Όχι με τα σημερινά δεδομένα.

Κάποτε μπορεί να ήταν και ολίγο πρόφαση, όμως σήμερα τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί δραματικά. Και είναι εξίσου προφανές ότι καμία ρύθμιση με κυβερνητική παρέμβαση στην αγορά εργασίας δεν μπορεί να δώσει λύσεις. Υπό αυτή την έννοια η συζήτηση για τις συλλογικές συμβάσεις και η ασυλία στους συνδικαλιστές, μόνο να επιτείνουν και να επιδεινώσουν μπορούν και όχι να βελτιώσουν το δράμα των περισσότερων επιχειρήσεων. Τι θα κάνει λοιπόν η κυβέρνηση; Θα αφουγκραστεί το πρόβλημα της αγοράς; Και αν ναι, πώς θα το εξηγήσει αυτό εσωκομματικά;

Γιατί σε αυτή την περίπτωση θα βρεθεί στη δυσμενή θέση να πρέπει να εξηγήσει στην εκλογική πελατεία που μέχρι σήμερα την στήριξε, στο… DNA του κόμματος, πώς θα εφαρμόσει μία πολιτική στα εργασιακά με.. άρωμα φιλελεύθερο. Γιατί σε αυτή την περίπτωση τα επικοινωνιακά τρυκ δεν θα την διασώσουν πολιτικά.

Από την άλλη πλευρά, αν αγνοήσει την κραυγή αγωνίας της αγοράς και συνεχίσει τον παρεμβατισμό, πάλι σε αδιέξοδο θα βρεθεί. Καθώς θα βρεθεί αντιμέτωπη με την επιδείνωση στην επιχειρηματικότητα και πιθανώς με νέα λουκέτα, στα οποία θα οδηγηθούν πολλές μικρομεσαίες κυρίως επιχειρήσεις που δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν. Με δραματικές συνέπειες και γαι την οικονομία αλλά και για την κοινωνία.

Αν όμως αγνοήσει την αγορά, θα αγνοεί ταυτόχρονα και τις απαιτήσεις των δανειστών. Οι οποίοι λιγότερο ή περισσότερο ζητούν απελευθέρωση στην αγορά εργασίας.

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα λοιπόν. Και η συνήθης τακτική του «αγοράζω χρόνο» δεν μπορεί να αποδώσει για πολύ ακόμα. Ο διαθέσιμος χρόνος για καθυστέρηση έχει αρχίσει να εξαντλείται ασφυκτικά.

Να πάμε και στις τράπεζες. Από άγνοια, ιδεοληψία και ανικανότητα, η κυβέρνηση βρέθηκε στην εξής κατάσταση. Από την αγωνία της και το μένος της να διώξει τις διοικήσεις των τραπεζών, προσδοκώντας ότι θα μπορέσει να ελέγξει τις τράπεζες είτε μέσω τοποθέτησης νέων «βολικών» διοικήσεων, είτε μέσω συμβιβασμού των μέχρι πρόσφατα κορυφαίων στελεχών, έπεσε σε μία μεγάλη παγίδα. Αποδέχτηκε νόμους που έδιναν επί της ουσίας τα κλειδιά των ελληνικών τραπεζών στους δανειστές.

Και μαζί αποδέχτηκε εξαιρετικά σκληρές και πιεστικές ρυθμίσεις σε ό,τι αφορά την πορεία εξυγίανσης και χρηματοδότησης των τραπεζών. Με κορυφαίο βέβαια ζήτημα την υπόθεση των κόκκινων δανείων. Και τώρα καλείται να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις από τον «λογαριασμό». Την ώρα μάλιστα που αποκαλύπτεται ότι το πρόβλημα των κόκκινων δανείων δεν είναι ένα αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο αλλά πανευρωπαϊκό αν όχι παγκόσμιο. Σε μία οικονομία όμως με έντονα υφεσιακά χαρακτηριστικά, όπως η ελληνική, η συνταγή εξυγίανσης μπορεί να οδηγήσει με τον τρόπο που τείνει να εφαρμοστεί, σε ακόμα μεγαλύτερο σοκ.

Προφανώς και πρέπει να ελεγχθούν οι περιπτώσεις θαλασσοδανείων και να αποδοθούν και ευθύνες, όμως πρέπει να διαχωριστεί ποια δάνεια κοκκίνισαν είτε από στρατηγικούς κακοπληρωτές είτε από παράτυπες χορηγήσεις και ποια οφείλονται στην ύφεση και τις συνέπειές της. Και βέβαια υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα. Σε τι ποσοστό μπορεί πράγματι να επιχειρηθεί στο σημερινό κλίμα μία αναδιάρθρωση με στόχο την μακροπρόθεσμη επιβίωση και της επιχείρησης. Ή σε ποιο βαθμό μπορούν πλέον οι πολίτες να αντεπεξέλθουν σε ρυθμίσεις των προσωπικών τους δανείων, στεγαστικά, καταναλωτικά, κάρτες κλπ;

Πέρα από το θυμικό ή την τιμωρητική διάθεση, εκείνο που έρχεται μέσα από τη διαχείριση των κόκκινων δανείων μπορεί να έχει δραματικές συνέπειες για τη χώρα. Όσοι πιστεύουν ότι το ζήτημα περιορίζεται στο αν θα τιμωρηθεί είτε με απώλεια περιουσίας είτε με άλλες νομικές ευθύνες ένας επιχειρηματίας, ή ένας «προνομιούχος» ιδιοκτήτης, απλώς εθελοτυφλούν.

Οι κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις μπορεί να είναι τεράστιες. Σε ό,τι αφορά την απώλεια επιχειρηματικότητας, την επιδείνωση της ανεργίας, το βάθεμα της ύφεσης, τους πλειστηριασμούς, τις απώλειες σε έσοδα για το δημόσιο.

Πώς θα διαχειριστεί αυτό το πρόβλημα η κυβέρνηση;

Η ταξική επικοινωνιακή πρακτική και η διαχείριση του θυμικού μπορούν να έχουν αποτέλεσμα μέχρι ενός σημείου. Τι θα συμβεί όταν αρχίσουν να χάνονται σπίτια, περιουσίες και δουλειές; Τότε τα πράγματα θα αλλάξουν… 

Και το ερώτημα είναι το εξής. 
Θα μείνει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες; Και από τα εργασιακά αλλά και από τα τραπεζικά; 
Ή θα επανέλθει το θέμα της δραπέτευσης από τις ευθύνες;

Του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου
capital.gr

Πηγή

Popular

To Top