Real opinions

Είναι το Δημοψήφισμα ο πιό ΗΛΙΘΙΟΣ θεσμός στις σύγχρονες δημοκρατίες;

  • Για μερικές μπανάνες και άλλα τόσα αγγούρια δεν θα υπήρχε η ΕΕ 
  • Η αποτυχία των δημοψηφισμάτων και της άμεσης δημοκρατίας στη σύγχρονη Ευρώπη
Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο κυριαρχούσε ένα πανηγυρικό κλίμα για την Ευρώπη. Ήταν λίγο πριν από τη μεγάλη διεύρυνση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 ετοιμαζόταν να υποδεχθεί 10 νέες χώρες και δεν υπήρχε ούτε καν σαν σκέψη ότι κάποτε, μόλις 12 χρόνια μετά, μια χώρα θα αποφάσιζε να εγκαταλείψει την ΕΕ. Έμοιαζε αδιανόητο. Και για μερικούς από εμάς φαντάζει ακόμα.
Τότε, οι καθηγητές μας επεσήμαναν τον ευρωσκεπτικισμό των Βρετανών, κάνοντας μια μίνι ανάλυση για τα αίτια.
Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει την κόμπλα της μεγάλης δύναμης, νομίζει ακόμη ότι είναι το κέντρο του κόσμου, κι αν δεν τον νομίζει, σίγουρα θεωρεί εαυτόν μεσάζοντα μεταξύ ΗΠΑ κι Ευρώπης, ΗΠΑ και Μέσης Ανατολής.

Σε αυτό προστίθεται και η αιώνια κόντρα Αγγλίας – Γαλλίας, τότε που οι βασιλιάδες τους «τα έσπαγαν συχνά», για την ακρίβεια από το 1337 έως το 1453, για 116 «ψωροχρονάκια» δηλαδή. Έτσι, η κόντρα υπέβοσκε κι ενώ η Γαλλία κατάφερε να ξεπεράσει την έχθρα με τη Γερμανία, με τη Βρετανία τα πράγματα δεν ήταν ίδια. Όσο ο Ντε Γκολ ήταν στα πράγματα, η Βρετανία «έτρωγε πόρτα». Εξαιτίας του όχι μόνο δεν συμπεριλήφθηκε στις ιδρυτικές χώρες-μέλη της ΕΚΑΧ (της Ένωσης-προπομπός της ΕΟΚ και μετέπειτα ΕΕ), αλλά η ΕΕ απέρριψε δύο φορές την αίτησή της για ένταξη και αυτό δεν είναι κάτι που ξεχνιέται εύκολα.

Δεν θυμάμαι άλλη χώρα πλην της Βρετανίας που να έφαγε δύο φορές πόρτα από την ΕΕ, όπως έτρωγαν σε κλαμπ της παραλιακής τα επίδοξα καμάκια

Ειλικρινά, δεν μπορώ να θυμηθώ άλλη χώρα που κατάφερε να μπει στην ΕΕ με την τρίτη. Για όλες θεσπίστηκε μια σειρά κριτηρίων και η ένταξή τους μπορεί να διήρκεσε χρόνια, αλλά απόρριψη έτσι στα μούτρα, σαν επίδοξο καμάκι σε κλαμπ της παραλιακής τη δεκαετία του ’90, δεν έφαγε καμία άλλη σαν τη Βρετανία.
Παρόλα αυτά, καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών -προπτυχιακών και μεταπτυχιακών- δεν ετέθη ποτέ ούτε καν σαν σκέψη η όποια πρόθεση των Βρετανών (ή άλλων λαών) να τα βροντήξουν και να φύγουν.

Ξέραμε ότι διαπραγματευτικά έκαναν τα πάντα για να πληρώνουν λιγότερα, ακόμα και παραβιάζοντας τις συνθήκες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στις πανεπιστημιακές παραδόσεις ήταν το τσαντάκι που πέταξε η Θάτσερ για να κερδίσει μικρότερη συμμετοχή της Βρετανίας στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, παραβιάζοντας το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο. «Μην τα βάζεις ποτέ με Άγγλο διπλωμάτη, θα χάσεις» ήταν η εξήγηση του καθηγητή στο ερώτημα των φοιτητών πώς είναι δυνατόν μια ευρωπαϊκή χώρα να παίρνει την έγκριση των υπολοίπων για παραβίαση της συνθήκης.

Ποτέ όμως, μα ποτέ, δεν φανταστήκαμε ότι μια χώρα θα άνοιγε την πόρτα και θα έφευγε, ακόμα κι αν μιλούσαμε για τη Βρετανία.

Τότε, αυτό που συζητιόταν έντονα και σχεδόν αποκλειστικά στην Ευρώπη ήταν η περαιτέρω εμβάθυνση, η περαιτέρω ενοποίηση, η κατάργηση των συνόρων και πώς αυτό θα επιτευχθεί.

Στόχος το πώς τα Δυτικά Βαλκάνια θα πληρούν μια μέρα τα κριτήρια για να μπουν στην ΕΕ. Κι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε μια μέρα, πολλοί αναλυτές θεωρούσαν ότι η Ευρώπη θα είχε ξεμπερδέψει μια για πάντα με τους πολέμους και τις όποιες διαμάχες.

Μέσα στο πλαίσιο της ενοποίησης έστω και κατ’ όνομα, οι θεσμοί αποφάσισαν για επικοινωνιακούς λόγους να ονομάσουν τη νέα συνθήκη που θα αντικαθιστούσε τη Συνθήκη της Νίκαιας (2001) που όριζε το πώς θα λειτουργεί από τη διεύρυνση και μετά η ΕΕ, «Συνταγματική Συνθήκη», γνωστή και ως «Ευρωσύνταγμα».
Τα διδάγματα που αγνοήσαμε από τα δύο δημοψηφίσματα σε Γαλλία και Ολλανδία το 2005
Δύο χώρες αποφάσισαν να διενεργήσουν δημοψήφισμα για την έγκρισή της. Αυτές ήταν η Γαλλία και η Ολλανδία. Σημειωτέον ότι για να ισχύσει το Ευρωσύνταγμα χρειαζόταν ομοφωνία από τα κράτη-μέλη.

Το πρώτο «όχι» ήρθε από τους Γάλλους. Αυτόματα το Ευρωσύνταγμα απορρίφθηκε και άρα οι Ευρωπαίοι έπρεπε να βρουν άλλη… συνθήκη. Για τυπικούς λόγους κι επειδή είχε ήδη εξαγγελθεί, και η Ολλανδία διεξήγαγε το αντίστοιχο δημοψήφισμα. Το αποτέλεσμα το ίδιο.

Συνέπεια ήταν οι θεσμοί να κάνουν ένα μικρό ρετουσάρισμα της συνθήκης, να τη μετονομάσουν στο ξενέρωτο «Συνθήκη της Λισαβόνας» και να περάσει αναίμακτα λίγα χρόνια αργότερα.

Όμως, τα δύο αυτά δημοψηφίσματα πριν από 11 χρόνια μας έδειξαν κάτι, που εμείς αγνοήσαμε:
Οι πολίτες δεν ψήφισαν υπέρ ή όχι της συνθήκης, μιας συνθήκης πολύπλοκης και μη κατανοητής στο μέσο πολίτη. Πολλοί δε, δεν ήξεραν καν περί τίνος πρόκειται.

Οι Γάλλοι «μαύρισαν» το Ευρωσύνταγμα επειδή απλώς θεώρησαν ότι μέσω αυτού θα γίνει δεκτή η Τουρκία στην ΕΕ, αλλά κι επειδή διαφωνούσαν με την πολιτική του τότε προέδρου Σιράκ στο εσωτερικό της χώρας και το δημοψήφισμα ήταν η μοναδική τους ευκαιρία να το δείξουν πριν από τις προγραμματισμένες προεδρικές εκλογές.

Από την πλευρά τους οι Ολλανδοί θεώρησαν κι εκείνοι ότι το Ευρωσύνταγμα αποτελεί την κερκόπορτα της ΕΕ για την είσοδο της Τουρκίας κι έτσι «μιμήθηκαν» τους Γάλλους.

Τότε, και πάλι στα πανεπιστημιακά έδρανα έπεσε το ερώτημα κι έγιναν παραδόσεις επί παραδόσεων αν τα δημοψηφίσματα είναι ευεργετικά για τη λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους και μιας Ένωσης όπως η ΕΕ. Εν τέλει, λέγαμε οι αδαείς φοιτητές ότι είναι η πιο δημοκρατική λύση.

Από την άλλη, οι καθηγητές -και πιστέψτε με δεν ήταν φιλελέδες- ήταν κατηγορηματικοί:

Τα δημοψηφίσματα σε λαούς που δεν είναι εκπαιδευμένοι, όπως οι Ελβετοί και για θέματα που χρήζουν ειδικών γνώσεων κι ενημέρωσης αποτελούν τροχοπέδη για τη δημοκρατία και την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της.

Στα δημοψηφίσματα οι συνέπειες μιας λανθασμένης απόφασης πονάνε περισσότερο

Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, το δημοψήφισμα μπορεί να είναι τροχοπέδη για τη δημοκρατία, την ευημερία και αυτό που λέμε το «πάμε παρακάτω», «πάμε μπροστά».
Οι λόγοι είναι απλοί και ίσως συνοψίζονται στον εξής έναν:
Στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, οι πολίτες μιλούν ανά τακτά (ή έκτακτα) χρονικά διαστήματα με την ψήφο τους εκλέγοντας όμως άλλους να χαράξουν πολιτική. Δεν χαράσσουν οι ίδιοι πολιτικοί.

Έτσι, όταν τους δίνεται η ευκαιρία, δεν εστιάζουν στο ερώτημα αυτό καθεαυτό του όποιου δημοψηφίσματος και στέλνουν μήνυμα χωρίς να συνειδητοποιούν πολλές φορές ότι σκοπός των δημοψηφισμάτων δεν είναι η αποστολή μηνυμάτων στην πολιτική ηγεσία, αλλά η χάραξη πολιτικής.

Και εδώ, τα λάθη μετράνε περισσότερο. Και οι συνέπειες τους πονάνε περισσότερο, επειδή ακριβώς είναι άμεσες.

Αν είχε γίνει δημοψήφισμα στη Γερμανία το 1952, δεν υπήρχε σήμερα ΕΕ

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως σύμφωνα με έρευνες, αν το 1952 είχε διενεργηθεί δημοψήφισμα στη Δυτική Γερμανία για την ίδρυση της ΕΚΑΧ, οι Γερμανοί πιθανώς θα ψήφιζαν «όχι» επειδή θεωρούσαν ότι με αυτόν τον τρόπο θα αυξανόταν η τιμή της μπανάνας που εισαγόταν σε τεράστιες ποσότητες στη χώρα από τον Παναμά. Κάτι αντίστοιχο υποστηριζόταν και για τα αθώα αγγουράκια.

Δηλαδή, αν ο γερμανικός λαός είχε την ευκαιρία να χαράξει πολιτική στις αρχές του 1950, δεν θα υπήρχε σήμερα Ευρωπαϊκή Ένωση για μερικές μπανάνες και άλλα τόσα αγγούρια. Για την ιστορία, η τιμής της μπανάνας δεν αυξήθηκε. Για του αγγουριού δεν γνωρίζω λεπτομέρειες.

Η παραδοχή Βρετανών πως μετάνιωσαν για την ψήφο τους καταδεικνύει την αποτυχία του δημοψηφίσματος

Η παραδοχή πολλών Βρετανών που ψήφισαν στις 23 Ιουνίου υπέρ της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, ήδη πριν καν κλείσει ένα 24ωρο από την ανακοίνωση του αποτελέσματος υπέρ του Brexit, πως μετάνιωσαν για την ψήφο τους, επειδή πολύ απλά ήθελαν να στείλουν ένα μήνυμα στον Κάμερον και δεν πίστευαν ποτέ ότι η χώρα θα μπορούσε όντως να βγει από την ΕΕ, καταδεικνύει με τον πιο ξεκάθαρο και ξεδιάντροπο τρόπο ότι τα δημοψηφίσματα στην Ευρώπη έχουν αποτύχει.

Η Βρετανία βγαίνει λαβωμένη και η Ευρώπη αποτυχημένη

Ταυτόχρονα όμως, αποδεικνύουν και κάτι άλλο, διαβάζοντας απλά και μόνο τα ποσοστά:

Το Βrexit συγκέντρωσε κάτι λιγότερο από 52%. Άρα, οι μισοί σχεδόν πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου διαφωνούν με αυτή την επιλογή.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Οι περιοχές που πάντα ήταν σε κόντρα με την Αγγλία και αμφισβητούσαν την πρωτοκαθεδρία του Λονδίνου, όπως η Σκοτία, η Βόρεια Ιρλανδία και το Γιβραλτάρ τώρα εγείρουν θέμα ανεξαρτητοποίησής τους, καθώς εκείνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία ψήφισαν υπέρ της παραμονής.

Το δημοψήφισμα πέραν των συνεπειών που θα σημάνει σε οικονομικό επίπεδο αφήνει μια χώρα λαβωμένη και βαθιά διχασμένη, φέρνοντας στην επιφάνεια ξανά πράγματα και συναισθήματα που είχαν κρυφτεί κάτω από το χαλί.
Ταυτόχρονα, όμως αφήνει και μια Ευρώπη αποτυχημένη. Δεν απέτυχε μόνο ο Κάμερον, αποτύχαμε κι εμείς.

Αν θέλουμε να λέμε ακόμα πως απαιτούμε μια δημοκρατική Ευρώπη, αν θέλουμε να μιλάμε για συναινέσεις, για ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, για εμβάθυνση, τότε οι ηγέτες των ευρωπαϊκών θεσμών, ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ (πρόεδρος της Κομισιόν), ο Ντόναλντ Τουσκ (πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου) και ο Μάρτιν Σουλτς (πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου) θα πρέπει να παραιτηθούν και όχι να προαναγγέλλουν την τιμωρία των Βρετανών. Δεν κατάφερε κανένας από αυτούς, κανένας από εμάς να «μιλήσει» στους Βρετανούς, στο όποιο ποσοστό των Βρετανών ψήφισε να φύγει και κλείσει την πόρτα πίσω του.

«Ο βρετανικός λαός μίλησε», δήλωσαν οι μεγάλοι της Ευρώπης και του κόσμου τούτου, Τουσκ, Γιούνκερ, Μέρκελ, Λαγκάρντ, Ομπάμα, Ντάισελμπλουμ και λοιποί.

Όμως, βρε παιδάκι μου, καμιά φορά, εμείς οι λαοί, λέμε και καμιά μ@@@@@@ να περάσει η ώρα.

Ας μην μαστιγώσουμε τους Βρετανούς, είναι αδέρφια από το αίμα μας. Ευρωπαίοι κι αυτοί όπως κι εμείς.

Με αδύναμη κρίση, όπως κι εμείς. Διχασμένοι όπως κι εμείς. Επιρρεπείς στον λαϊκισμό όπως κι εμείς.

Κι αν δεν πείθεσαι, δες αυτό το βίντεο.
Μ.Μαρμαρά
athensvoice.gr

Πηγή

Popular

To Top