Real opinions

Ο «μουτζούρης» της Βαβέλ

Ο ένας μετά τον άλλο όλοι οι υπεύθυνοι παράγοντες παραδέχονται ότι το χτύπημα στο Παρίσι ήταν αναμενόμενο.

Προσωπικά, δεν θα ’λεγα αορίστως “αναμενόμενο”, αλλά σαφώς παρεπόμενο της κοντόφθαλμης και άμεσα εξαργυρώσιμης πολιτικής της Δύσης στη Μέση Ανατολή. Μιας πολιτικής που, ωθώντας ή ωθούμενη από τις εξελίξεις, επέλεξε να ανατρέψει ένα status quo το οποίο μπορεί να μη ήταν συμπαθές σε κανένα δημοκρατικό άνθρωπο, πλην όμως, σε πολιτικοδιπλωματικό επίπεδο, διασφάλιζε μια αρκετά λειτουργική “ισορροπία”.

Το τραγικό είναι ότι η Δύση προχώρησε στην ανατροπή αυτής της “ισορροπίας” χωρίς από πουθενά να προκύπτει ότι είχε εν τω μεταξύ επεξεργαστεί ένα ολοκληρωμένο και βιώσιμο σχέδιο για την “επόμενη μέρα”. Το “veni, vidi, vinci” του εκάστοτε ισχυρού μπορεί να αναδεικνύει το θριαμβευτικό και αυτάρεσκο τώρα, όμως ταυτόχρονα αποκρύπτει την προβληματική διαχείρισή του, το αβέβαιο και γεμάτο παγίδες αυτοδιάψευσης αύριο.

Ο πόλεμος που μαίνεται στο Ιράκ και τη Συρία, αλλά και στο Αφγανιστάν, την Υεμένη και τη Λιβύη, καθώς και το εκρηξιγενές πολιτικό κλίμα που σοβεί στην Αίγυπτο, το Σουδάν, τη Σομαλία, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον το οποίο, ασχέτως των ευθυνών όσων το διαμόρφωσαν, είναι πολύ πραγματικό, πολύ παρόν, βαθιά εκτεινόμενο στο μέλλον και, βεβαίως, πολύ κοντινό σε μας.

Οι προσφυγικές ροές αποτελούν ένα μόνο από τα χαρακτηριστικά του – ίσως μάλιστα όχι το πιο τραγικό, αν αναλογιστεί κανείς τι γίνεται πίσω στις χώρες όπου σημειώνεται τούτη η νέα μεγάλη Έξοδος. Η αδυναμία της Ευρώπης να τις διαχειριστεί – τόσο σε επίπεδο πρόληψης-αποτροπής όσο και σε επίπεδο άμεσης διευθέτησης – αποτελεί, αν μη τι άλλο, συνέπεια της αδυναμίας της να τιθασεύσει τις τοξικές δυνάμεις που απελευθέρωσε η τυχοδιωκτική πολιτική της Δύσης στην περιοχή ήδη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αγνοώντας επιδεικτικά τη δαιδαλώδη πραγματικότητα ενός κόσμου που εδώ και αιώνες αντιμάχεται διαρκώς τον εαυτό του και τις πολλαπλές ταυτότητές του.

Καμία διαχείριση του προσφυγικού προβλήματος δεν είναι δυνατή αν ο επίδοξος διαχειριστής αδυνατεί ή είναι απρόθυμος να επέμβει για την κατάσβεση της πυρκαγιάς που το προκαλεί και, αντ’ αυτού, επιμένει να το αντιμετωπίζει δευτερογενώς, αποκλειστικά ως ανθρωπιστικής φύσεως ζήτημα.

Το χτύπημα στη Γαλλία απέδειξε πόσο το ξύσιμο ενός αρμού ή το άναμμα ενός σπίρτου είναι ικανά να γκρεμίσουν και να κατακάψουν τη Βαβέλ της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας – μιας πολιτικής τόσο επιδέξια στρουθοκαμηλιστικής και ατελέσφορης, τόσο γελοιοποιούσας στην πράξη τις ίδιες τις αρχές και τα συμφέροντα που επικαλείται στη θεωρία, ώστε να δίνει περισσότερο την εντύπωση ουτοπίας ή βολικής, ανακουφιστικής δικαιολογίας παρά απτής, διαρθρωμένης, βιώσιμης σειράς στόχων και μέσων. Απέδειξε ακόμη πόσο απροστάτευτη είναι η Ευρώπη από την απληστία που την ωθεί σε μια διαρκή και ακατάπαυστη προσπάθεια μεγέθυνσης της ευημερίας της τη στιγμή που δεν είναι καν σε θέση να περιφρουρήσει αποτελεσματικά αυτή την τρωτή και ευάλωτη ευημερία.

Περιφρούρηση της ευημερίας δεν επιτυγχάνεται με τη θέσπιση συστήματος “ποσοστώσεων” για την κατανομή των προσφύγων, αλλά με την ουσιαστική, πρακτικά λειτουργική οριοθέτηση μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας σε όλα τα επίπεδα: γεωγραφικό, πολιτικό, πολιτισμικό, αξιακό. Εξάλλου, όταν δεν κάνεις τίποτε για να αποτρέψεις την προσφυγική ροή στις πηγές της, ουσιαστικά προκαλείς, προαποδέχεσαι και νομιμοποιείς την ύπαρξη και τη δράση του δουλέμπορου-διακινητή. Περνάς από την “αποτροπή” στη “διαχείριση”. Από την ενεργό δράση στην παραμυθητική αδράνεια. Επιμερίζεις το πρόβλημα, το μεταθέτεις, αναζητείς “μουτζούρηδες”, φορτώνεις τις αμαρτίες σου σε βολικούς ηλίθιους, ρίχνεις τα φώτα της δικής σου αδυναμίας στις επιδέξια κατασκευασμένες φιγούρες αποδιοπομπαίων τράγων. 

Αν η Ευρώπη επέδειξε απρονοησία λόγω εκτελεστικής ασυνεννοησίας και γραφειοκρατικής νωθρότητας, η Ελλάδα επέδειξε ανάλογη στάση λόγω ακόμη πιο ανησυχητικών και, δυστυχώς, ενδημικών εδώ και δεκαετίες συμπτωμάτων που κυμαίνονται από την ανεπάρκεια των κρατικών δομών έως την “ιδεολογική” ωραιοποίηση αυτής της ανεπάρκειας. Ωστόσο, οι “ιδεολογικές” αναγνώσεις του πρακτέου, ιδίως όταν αυτό αφορά την ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, είναι πολλαπλώς επικίνδυνες στο πλαίσιο μιας ταχέως μεταβαλλόμενης δυναμικής πραγματικότητας.

Είναι ακόμη πολύ πρόσφατες οι δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών, κ. Νίκου Κοτζιά, καθώς και αυτές του πληθωρικού Αντιπροέδρου, κ. Καμμένου, ότι “θα γεμίσουμε την Ευρώπη με τζιχαντιστές, αν δεν…”. Δηλώσεις που δείχνουν, πέρα από το χαμηλό επίπεδο της αντίληψης και του ήθους αυτών των προσώπων, το χαμηλό επίπεδο της ίδιας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και γενικότερα της ελληνικής πολιτικής.

Με το ένα χέρι ικετεύεις ελεημοσύνη για να πληρώσεις μισθούς και συντάξεις και να μη θίξεις, ει δυνατόν, κατεστημένα συμφέροντα και προφανείς δημοσιονομικές και κοινωνικές ανισορροπίες και με το άλλο υψώνεις τη γροθιά του οργισμένου τραμπούκου.

Μάλιστα τα κάνεις όλα αυτά χωρίς να σκέφτεσαι ότι αύριο μια πιθανή τρομοκρατική ενέργεια μεγάλων διαστάσεων στο Παρίσι ενδέχεται να σε εγκλωβίσει μέχρις ασφυξίας στη λαϊκίστικη και προς τέρψιν συνωμοσιομανών “ρητορική” σου – στην πραγματικότητα δεν πρόκειται καν για ρητορική, αλλά για αγελαία, οπαδικού τύπου underdog παράκρουση.

Η ροή των προσφύγων από τη Μέση Ανατολή και την κεντρική Ασία είναι μια κατάσταση που μας ξεπερνά, ασφαλώς. Δεν μπορούσαμε, αντικειμενικά, να κάνουμε πολλά πράγματα για να την αναχαιτίσουμε. Μπορούσαμε όμως να κάνουμε πολλά ώστε να μη εμφανιζόμαστε ως μέρος του προβλήματος και να μη χαρακτηριζόμαστε από καλοθελητές και κακοθελητές ως “κράτος-διακινητής”.

Μπορούσαμε να αποφύγουμε τα “προσκλητήρια” προς τους δυστυχείς όλου του κόσμου, τα οποία απλώς κατέδειξαν, στη συνέχεια, την εύλογη αδυναμία μας να τους περιθάλψουμε έστω και στοιχειωδώς.

Μπορούσαμε να αποφύγουμε την “εκβιαστική” σύνδεση των θεμάτων οικονομικής επιβίωσης της χώρας με τη διαχείριση των προσφυγικών ροών.

Μπορούσαμε να είμαστε πιο ενεργητικοί και δημιουργικοί, σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, υποβάλλοντας και προωθώντας έγκαιρα προτάσεις που θα αποδείκνυαν ότι τρέχουμε μπροστά κι όχι πίσω από τις εξελίξεις.

Η ανεύθυνη, λαϊκίστικη προσέγγιση του προβλήματος πριν από την επίθεση στο Παρίσι μας καθιστά τώρα, μετά την επίθεση και τη διαφαινόμενη σκλήρυνση της μεταναστευτικής πολιτικής όλων των ευρωπαϊκών κρατών, τον ιδανικό υποψήφιο “μουτζούρη” για την απομόνωση και τον εγκλωβισμό του προβλήματος.

 

Φροντίσαμε, καθ’ όλη τη διάρκεια της περίφημης μη διαπραγμάτευσης, να κατηγορηθούμε για τόσα όσα το διπλωματικό λεξιλόγιο είναι πολύ φτωχό για να περιγράψει.

Προετοιμάσαμε μεθοδικά το εχθρικό κλίμα που σήμερα επενδύει – και, κατά τα φαινόμενα, θα εξακολουθήσει να επενδύει – στην “αντικειμενική” σύνδεση της χώρας με την εντεινόμενη Έξοδο από τη Μέση Ανατολή.

Δώσαμε το άλλοθι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες για να υψώσουν φράχτες και να κλείσουν τα σύνορά τους – φράχτες, εντέλει, προς την ίδια την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης που τόσο πολύ, πιο πολύ από κάθε άλλον υπό τις παρούσες περιστάσεις, χρειαζόμαστε ζωντανή και ενεργή.

Κατά τα φαινόμενα, την απειλή που οι φαιδρώς πανηγυρίζοντες και διά τας πανηγύρεις υπουργοί μας κράδαιναν κατά των άλλων, θα τη δούμε τώρα να μας επιστρέφεται και να κάθεται στον σβέρκο μας, ενεοί και απορημένοι όπως στεκόμαστε στον εξώστη της Βαβέλ, ένα βήμα πριν από την πτώση στο κενό με τον “μουτζούρη” στο χέρι…

Γράφει ο χρήστης του Forum του Capital Ιουλιανός
capital.gr

Πηγή

Popular

To Top