Politics

Πως και ποιόν επιλέγω να στηρίξω για Αρχηγό της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Προσωπικά σέβομαι την εμπεριστατωμένη άποψη. Άρα και την οφείλω. Γι αυτό, επιλέγω να καταδείξω με κάθε λεπτομέρεια την εξελικτική πορεία που διαμόρφωσε την δική μου. Να δώσω έμφαση πρωτίστως στον πολιτικό της χαρακτήρα και μετά στο ονοματεπώνυμο που καταλήγει. 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μεγάλο. Η ουσία του, ελπίζω, μεγαλύτερη.
Πριν ξεκινήσουν διαδικασίες για εκλογή νέου προέδρου στη Νέα Δημοκρατία, αν με ρωτούσε κανείς για την άποψη που είχα για τους 4 σημερινούς υποψηφίους, θα είχα μια μάλλον σαφή εικόνα:
Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΕΙΜΑΡΑΚΗΣ, ο άνθρωπος που, από τα 19 μου έως σήμερα, αποτελούσε την σταθερή πρώτη επιλογή για “σταυρό” στο παραβάν, η ψυχή της παράταξης, σημείο αναφοράς αγώνων δεκαετιών και ενότητας της παράταξης. Μια επίμονη προσπάθειά μου από την εσωκομματική προεκλογική περίοδο του 09, να πείσω (μάταια τότε) τον Σαμαρά να μιλήσει μαζί του και να εξασφαλιστεί πορεία απόλυτης ενότητας και ψυχραιμίας μέχρι τις κάλπες. Άνθρωπος που μάτωσε για την παράταξη, που σταθερά την υπηρέτησε, που δημιούργησε ένα θαύμα, που είχε το όνομα της ΟΝΝΕΔ κάποιες δεκαετίες πριν. Ο ίδιος βέβαια που το 09 εκφώνησε μια απίστευτα αυτοαναιρούμενη ομιλία προσπαθώντας ανεπιτυχώς να εξηγήσει γιατί- πέραν από προσωπική φιλία και καταγωγή- στήριζε την Ντόρα και καταφέρνωντας να προκαλέσει μεγάλη σύγχυση και ένταση στο Σώμα και λίγο καιρό αργότερα εξηγούσε ότι δεν ενδιαφερόταν για την αρχηγία, μην μπορώντας να αντέξει την προσωπική πίεση της ζωής ενός εν δυνάμει πρωθυπουργού.
Ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ, απολύτως ικανός και άξιος να διεκδικήσει την αρχηγία, με μια σπάνια ισορροπία σεμνότητας και δυναμισμού, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που απογαλακτίστηκε από το στενό πολιτικό- οικογενειακό περιβάλλον του, που είχε φυσικά τη σφραγίδα της Ντόρας Μπακογιάννη, απέδειξε τις διοικητικές ικανότητές του ως εξαιρετικά καλός υπουργός (παρά τις ανοησίες που του προσάπτουν, τις αστοχίες που ανθρωπίνως έκανε, το κόστος που σταμάτησε η αξιολόγηση αλλά όχι με δική του απόφαση). Ο πολιτικός που δεν δίστασε να ανταποκριθεί στο κάλεσμα Σαμαρά και να αναλάβει τον πιο δύσκολο υπουργικό θώκο. Εκ των ελαχίστων που ποτέ δεν δελεάστηκε από τον λαϊκισμό και ποτέ δεν πρόδωσε ούτε την εμπιστοσύνη του Σαμαρά, ούτε και το δικό του έργο, υπερασπιζόμενος σταθερά την κυβέρνηση ΝΔ και δηλώνοντας υπερήφανος που ήταν μέρος της. Με ερωτηματικό, ωστόσο, κατά πόσον θα αντιστεκόταν σε μια επιστροφή του παραδοσιακού πολιτικού περιβάλλοντος που τώρα είναι απέναντί του, αλλά που μαζί του μεγάλωσε (και δεν αναφέρομαι φυσικά στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, έναν σοφό και με τεράστια ευρύτητα σκέψης άνθρωπο και πολιτικό) και δεν θα οδηγούνταν σε μια μοιραία αλλοίωση των προσωπικών του αρετών.
Ο ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, που προσωπικά ήμουν εκ των πλέον σκληρών αντιδρούντων στην προσχώρησή του στη ΝΔ, που δεν τον είχα σε καμία από τις εκλογικές διαδικασίες στις επιλογές μου στο ψηφοδέλτιο, που επέλεγε σταθερά να προκαλεί με τον τρόπο έκφρασής του (προφανώς σαν αντίβαρο στο … αδιανόητο “έλλειμα” στη Β’ Αθηνών των τζακιών και των μηχανισμών προώθησης) – όχι με την ουσία, διότι από την άλλη ήταν πάντα ίσιος, ειλικρινής, καίριος- όπως και δουλευταράς και μαχητής. Ο ίδιος που είπε ναι στο πρώτο μνημόνιο, κάτι με το οποίο οδέποτε θα συνταχθώ, μέλος βεβαίως κόμματος που το “ναι” ήταν η επίσημη γραμμή του και που εντίμως κράτησε μια στάση ως το τέλος με συνέπεια. Συνέπεια που επίσης επέδειξε (όπως και ο Μητσοτάκης) απέναντι στον Σαμαρά, την κυβέρνησή του και το ίδιο του το επιτυχές υπουργικό πέρασμα.
Και ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΖΙΤΖΙΚΩΣΤΑΣ, στην περίπτωση του οποίου είδαμε το κερασάκι στην τούρτα, των διαδοχικών τρομακτικών κομματικών σφαλμάτων, απόρροια των κακών επιλογών του Αντώνη Σαμαρά ή μάλλον του σφουγγαριού του- που έσβησε πρωτίστως αποδείξεις ανικανότητας και εμπλοκής στους μηχανισμούς που κρατούν τη ΝΔ μακρυά από την κοινωνία, ανθρώπων, που μετά τον Καραμανλή εμπιστεύθηκε και αυτός ως συνεργάτες του και κλειδοκράτορες της παράταξης- και που ακριβώς γι αυτό διακόπηκε άδοξα η κυβερνητική θητεία του, παρά τα πολύ σημαντικά βήματα προόδου που είχε προλάβει να κάνει, αλλά και η δική του θητεία στη ΝΔ, ματαιώνοντας το τεράστιο όραμα ενός αληθινού ηγέτη. Πράγματι ο Τζιτζικώστας α-δι-κή-θη-κε κατάφωρα. Και αποφάσισε- νέος, φιλόδοξος και δυναμικός ων- να μην κάτσει στα αυγά του, για να δικαιωθεί πανηγυρικά και να θριαμβεύσει. Προσοχή όμως: Επί αυτοδιοικητικού και προσωπικού επιπέδου και μόνο. Γιατί αν ως τότε ό,τι έπραξε καλώς το έπραξε, από κει και μετά υπήρξε ο ίδιος ά-δι-κος με την παράταξη και υπόλογος στον κόσμο της. Φροντίζοντας με κάθε τρόπο να έρχεται απέναντι στην κυβέρνηση Σαμαρά ή επιδεικνύοντας με χαρακτηριστικό τρόπο την αδιαφορία του τις ώρες που η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ τον είχε ΑΝΑΓΚΗ. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι ο ίδιος, προ μηνών μόλις, δήλωνε πως “άφησε στο συρτάρι” την κομματική του ταυτότητα.
Αν με ρωτούσε λοιπόν τότε κανείς θα του έδινα, με όλα τα κακά και τα καλά εκάστου υποψηφίου κατά νου, την δική μου αξιλογική κρίση: Στις επιλογές μου θα ήταν κατά 60% ο Μεϊμαράκης και κατά 40% ο Μητσοτάκης. Και ως εκεί.
Έλα όμως που στην πολιτική τα πάντα ρει και τα πάντα κρίνονται- ενδεχομένως και ανατρέπονται- ανά πάσα στιγμή…
Έτσι, ο Μεϊμαράκης, ο θεσμικός, ο ενωτικός, ο διαλεκτικός, ο άνθρωπος που παρακλήθηκε να αναλάβει μεταβατικός πρόεδρος και που μόνο ως τέτοιος αποδέχθηκε να πάρει τα ηνία από τον Σαμαρά, βάλθηκε να διακόψει ο ίδιος στην παρούσα φάση όλα τα θετικά που του αναγνώριζα και του αναγνωριζω. Αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα. Πολύ καλώς έπραξε. Αποφάσισε ομως να προχωρήσει και σε μια απαράδεκτη- ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ- διαδικασία εκλογής αρχηγού. Της οποίας δεν προηγήθηκε όχι Συνέδριο, όχι Συνδιάσκεψη έστω, αλλά ούτε καν μια Πολιτική Επιτροπή. Δεν ακολουθήθηκε δηλαδή μια στοιχειώδης διαδικασία προβληματισμού, πολιτικής και προγραμματικής αναζήτησης και κοινής προσπάθειας ανίχνευσης των οριζόντων που πρέπει να ανοίξει και να ακολουθήσει η Νέα Δημοκρατία. Όχι. Και με αυτόν τον πλέον περίτρανο τρόπο δήλωσε η κεντροδεξιά ότι πάει σε εκλογή πασαρέλλα, ότι ως γαλάζιο Πα.Σο.Κ. έχει (όχι εθνική αποστολή, πολιτική φιλοσοφία και στόχο την εφαρμογή της μέσα από την διακυβέρνηση, αλλά) αυτοσκοπό και λόγο ύπαρξης την νομή της εξουσίας, ότι ζητούμενο είναι ένας αντί-Τσίπρας και η ετοιμότητα για ανταπόκριση στη συγκυρία πλήρωσης της (ο Θεός να την κάνει) στρατηγικής του αναθεματισμένου”ώριμου φρούτου”.
Και δεν σταμάτησε εκεί. Αρνήθηκε και κάθε έννοια διαλόγου με τους ανθυποψηφίους του. Και με οποιονδήποτε άλλον, όπως με εμάς στην ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ, που μάλλον δεν κριθήκαμε και ισότιμοι συνομιλητές, όντες απλοί αγωνιστές της βάσης της παράταξης. Με άλλα λόγια, βγήκε και είπε “δεν μιλάω με κανέναν, βγάλτε με, με ξέρετε, είμαι η αυθεντία που θα τα κάνω όλα καλά κι εσείς μόνο θα ακολουθήσετε έλληνες και ελληνίδες, νεοδημοκράτισσες και νεοδημοκράτες”. Και φυσικά την ίδια ώρα εμφανίστηκε να στηρίζεται από ΟΛΟΚΛΗΡΟ το σύστημα της Ν.Δ. των τελευταίων 10 χρόνων, που μοιραία και υπεύθυνο είναι για την αποξένωση της παράταξης από την κοινωνία και απολύτως φυσιολογικά δεν επιθυμεί ΚΑΜΙΑ αλλαγή- προσβολή κεκτημένων (αλλά και από την Ντόρα Μπακογιάννη, που τον προτίμησε από τον αδερφό της) . Κάτι που σημαίνει πολύ απλά ολοκλήρωση αλλοίωσης της φυσιογνωμίας της παράταξης και αργό θάνατο. Με αυτά τα ολίγα, η πρώτη ανατροπή ήρθε. Κι ο Βαγγέλης της καρδιάς μου (όπως θέλει και η φράση της μοδός), ξαφνικά άλλαξε, ξαφνικά δεν είναι δυνατόν να είναι στις επιλογές μου.
Στο μεταξύ, αμέσως μετά την έναρξη της διαδικασίας, δέκα πρόεδροι ΝΟΔΕ του 10, εκλεγμένοι από το σύνολο της βάσης, άπαντες με πορεία συστηματικά κόντρα στους μηχανισμούς άνωθεν αλλά και στους παραγοντισμούς της γειτονιάς, βρεθήκαμε, συζητήσαμε, τα βάλαμε κάτω και αποφασίσαμε να κάνουμε μια ύστατη προσπάθεια να επιβάλλουμε τον διάλογο και να αναδείξουμε το μείζον πρόβλημα, που δεν είναι το πρόσωπο του αρχηγού, αλλά καθαυτή η φυσιογνωμία και εξέλιξη της Νέας Δημοκρατίας. Καταθέσαμε έτσι ΔΗΜΟΣΙΑ, ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ και ΣΑΦΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ-ΠΡΟΤΑΣΗ, καλώντας και τους 4 υποψηφίους να απαντήσουν κατά τον ίδιο τρόπο.
Και τελικά πετύχαμε κάτι πρωτόγνωρο στα χρονικά των ελληνικών κομμάτων- και αυτό τιμά την ίδια τη Ν.Δ.: ΤΡΕΙΣ εκ των τεσσάρων υποψηφίων, ανταποκρίθηκαν, μας κάλεσαν, συζητήσαμε, απάντησαν στις ίδιες ερωτήσεις, έκαναν έτσι μαζί μας και μεταξύ τους πράξη τον ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΑΛΟΓΟ. Κι εδώ που τα λέμε, εν προκειμένω προηγήθηκαν κατά πολύ των μεσαίων στελεχών μας και της βάσης μας, που δείχνει σε απογοητευτικό βαθμό να άγεται και να φέρεται μεταξύ του παραγοντισμού και της καχυποψίας. Αρκεί να πω, για παράδειγμα, ότι η σελίδα μας κατάφερε να έχει κάτι περισσότερο από 100 μέλη, την ώρα που σε κάθε ανάρτησή μας έμπαιναν ακόμη και 1000 άνθρωποι κάθε φορά… Ο ένας έλεγε κάτσε μη στιγματιστώ υπέρ κάποιου υποψηφίου, ο άλλος ότι κάποιος κρυβόταν πίσω μας, ότι κάποιο παιχνίδι παίζαμε, ο τρίτος “ποιοι είναι αυτοί, που πάνε να μας καπελώσουν” και πάει λέγοντας… Η συντριπτική πλειοψηφία δηλαδή έμπαινε να ενημερωθεί, αλλά με την ασφάλεια της ανωνυμίας, μη αντιλαμβανόμενη ότι επρόκειτο ακριβώς για τη διαδικασία που όλοι μαζί θα έπρεπε να στηρίξουμε, την διαδικασία που σύσσωμη η βάση θα έπρεπε να επιβάλλει και στους τέσσερις, για τη διαδικασία μέσα από την οποία θα έπρεπε να προκύψουν τα κύρια κριτήρια τελικής επιλογής του καθενός μας, με βάση την προσωπική μας αξιολόγηση στις απαντήσεις. Και σήμερα μπορώ να πω, ότι ΑΠΟΔΕΙΞΑΜΕ και τις αγνές προθέσεις μας και τις ίσες αποστάσεις μας και την καθαρότητα της στάσης μας. Που πρώτοι οι ίδιοι οι υποψήφιοι, που μας εμπιστεύθηκαν, διαπίστωσαν. Και ταυτόχρονα μπορέσαμε και καλύψαμε ένα τεράστιο κενό, αδιανόητο εκ μέρους μελών της Πολιτικής Επιτροπής που όφειλαν να έχουν αναλάβει αντίστοιχες οργανωμένες πρωτοβουλίες. Αλλά για αυτό, για το ποια είναι η Π.Ε. για το πως και γιατί εκλέγεται, έχουμε καιρό να πούμε ΠΟΛΛΑ.
….
Μείναμε επομένως με 3 υποψηφίους. Που απάντησαν. Που πρωτίστως μας κάλεσαν και συζητήσαμε επί των δικών τους προτεραιοτήτων αλλά κυρίως επί των δικών μας προτάσεων. Και που- και οι τρεις- δεν έκαναν ξεπέτα- κατά το κοινώς λεγόμενο- αλλά έμπρακτα έδειξαν το ενδιαφέρον τους και ένωσαν τον δικό τους προβληματισμό με τον δικό μας.
Ανάμεσα τους ο Απόστολος Τζιτζικώστας, δεν με έπεισε. Όχι τόσο με τις απαντήσεις του στις προτάσεις μας, που ήταν μεν στη σωστή κατ’ εμέ κατεύθυνση, αλλά εκτεταμένα γενικευτικές και στρογγυλοποιητικές, δείχνοντας έναν μάλλον όχι καλό γνωστη της παθολογίας (δυστυχώς για επαγγελματικούς λόγους δεν είχα καταφέρει να πάω και στη συνάντησή μας και προφανώς αρκέστηκα στον γραπτό λόγο του). Κυρίως με την εν γένει πορεία του στην προεκλογική αυτή περίοδο. Δεν είναι κριτήριο αμάχητο η ηλικία για το νέο. Και δεν είναι απόδειξη ικανότητας η φιλοδοξία. Και προσωπικά δεν είδα ούτε νέο, ούτε ιδιαίτερη ικανότητα. Κυρίως όμως είδα αλληλοαναιρούμενες θέσεις, απαξίωση της κυβερνητικής θητείας Σαμαρά, αλλά και τοποθετήσεις επί ζητημάτων όπως οι Σκουριές, που έδειξαν μια έφεση στον λαϊκισμό και την ψηφολαγνεία. Βεβαίως, έτσι μπορεί να γίνεσαι πιο εύκολα πρωθυπουργός. Πέφτεις όμως και πιο εύκολα. Και κυρίως, πρωθυπουργός γίνεσαι, οι αρχές όμως της παράταξης δεν σε δεσμεύουν.
….
Και έμεινα με δύο υποψηφίους.
Ο ένας ο Μητσοτάκης. Καμία ανατροπή εδώ. Ίσα-ίσα που και με τη κουβέντα που είχε με την ομάδα μας και με τις απαντήσεις του (τρομερός γνώστης και αντίπαλος των νοσηρών φαινομένων στους κόλπους της παράταξης) και με τον τρόπο που πολιτεύεται και με τις προτάσεις του- ιδιαιτέρως για την κατάτμηση των μεγάλων περιφερειών και τους συγκεκριμένους όρους αξιοκρατίας που προκρίνει- ανέβηκε κι άλλο στην εκτίμησή μου. Και αν γίνει αρχηγός της Ν.Δ., η ίδια η παράταξη, αλλά και η Ελλάδα νομίζω θα είναι τυχερές.
Οπότε; Μάλλον οριστικά κλίνω κατά Μητσοτάκη μεριά, θα πει κανείς. Αυτό αισθάνθηκα κι εγώ, μέχρι που ήρθε μια ακόμη μεγαλύτερη από την πρώτη, δεύτερη ανατροπή:
Με τη συνάντηση των 10 με τον Άδωνι Γεωργιάδη στο γραφείο του. Εκεί που (όπως και με τον Μητσοτάκη) δεν συναντήσαμε κανέναν επαγγελματία στρατοπεδάρχη, κανέναν εκπρόσωπο της “πολιτικής ορθότητας” της τελευταίας δεκαετίας, παρά μόνον τους σταθερούς συνεργάτες του υποψηφίου και εθελοντές από τον “απλό” κόσμο. Κι έναν υποψήφιο, που επέδειξε ακόμη μεγαλύτερη γνώση της νεοδημοκρατικής παθολογίας και των άμεσων αναγκών- προτεραιοτήτων της παράταξης. Ακόμη, έναν υποψήφιο που μου ακύρωσε μια μια τις ενστάσεις μου. Ξεπερνώντας ακόμη και τις προτάσεις που είχαμε καταθέσει, θέτοντας ζητήματα που εμείς δεν πιστεύαμε καν πως είναι η ώρα τους να τεθούν. Με απόλυτη ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ, με πλήρη ΕΠΙΓΝΩΣΗ των προβλημάτων που θα κληθεί να αντιμετωπίσει, με αταλάντευτη ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ να μην κάνει βήμα πίσω. Εξ ου και η απόλυτη συμφωνία του με την παρέμβασή μας, χωρίς αστερίσκους.
Κι έτσι, βάζοντας στην παλάτζα κι άλλα στοιχεία και του Μητσοτάκη και του Γεωργιάδη, έφτασα σε μια επώδυνη για εμένα (ευτυχή για το κόμμα) λαμπρή ισοπαλία, λαμπρών υποψηφίων. Μια ισοπαλία που όμως οφείλω να διασπάσω, στηρίζοντας τον έναν και αδικώντας τον άλλο.
Τον Μητσοτάκη θα αδικήσω τελικά. Ο κύριος φόβος μου είναι, στην περίπτωση νίκης του, η αντίδρασή του στον βέβαιο σφοδρό εναγκαλισμό του από τους επαναπατρισθέντες παλιόφιλους και συγγενείς που η απαγκίστρωσή του από το περιβάλλον τους τον έκανε δέκα σκάλες καλύτερο. Δεν την προδικάζω, την φοβάμαι όμως. Γιατί είμαστε άνθρωποι και συχνά οι φιλίες μας μας οδηγούν αλλού από εκεί που ξεκινάμε να πάμε. Όπως και δεν αναφέρω με κοινωνικό ρατσισμό την προέλευσή του από το κλειστό club των κολλεγίων και των τζακιών, αλλά νομίζω ότι σε κάποιο βαθμό μπαίνουν μοιραία στο σκεπτικό μου, που μου λέει ότι επιτέλους πρέπει η ευκαιρία να δοθεί και σε κάποιον κυριολεκτικά ανάμεσά μας- εφόσον βέβαια έχει και άλλα αναγκαία στοιχεία.
ΜΕ ΤΟΝ ΑΔΩΝΙ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ οριστικά. Εγώ, ο πιο αυστηρός κριτής του από την ημέρα που ήρθε στη Νέα Δημοκρατία. Μετά από ένα πολύ δύσκολο δίλημμα αλλά χωρίς αμφιβολία και δεύτερες σκέψεις. Με αυτόν που και με έπεισε ότι θα παλέψει μέχρι τέλους για να γκρεμίσει τα τείχη που χωρίζουν την Νέα Δημοκρατία από τη βάση της. Την κεντροδεξιά από τα πλατιά στρώματα της κοινωνίας. Τον αγωνιστή της επιβίωσης από τα κέντρα ζύμωσης και προβληματισμού, σύνθεσης και παραγωγής αποφάσεων. Και που δεν έχει κανέναν λόγο να συνταχθεί με όσα γεννούν το πρόβλημα.
Με τον Άδωνι Γεωργιάδη συντάσσομαι. Που φέρνει το νέο. Το πραγματικά νέο: Να μιλά ο πολιτικός χωρίς φτιασιδώματα, χωρίς διπλωματικές ντρίπλες. Να προτείνει τομές. Να αποφασίζει συλλογικά. Να παίρνει επάνω του χωρίς φόβο το κόστος των ενεργειών του. Να μιλά τη γλώσσα της αλήθειας κι ας στοχοποιείται. Κυρίως να σου λέει “εγώ φίλε είμαι δεξιός. Εγώ ο Άδωνις. Αλλά η Νέα Δημοκρατία δεν κινδυνεύει να αλλοιωθεί από εμένα. Ως αρχηγός συντάσσομαι και συνθέτω. Ο Αρχηγός ακολουθεί την παράταξη δεν τη σύρει”. Να σου λέει δηλαδή ότι πάνω από κάθε αρχηγό υπάρχουν Αρχές και Ιδέες, που τον δεσμεύουν πρώτα αυτόν. Αυτό ειδικά είναι νέο. Και διεκδικεί σε μια κοινωνία όχι την οπαδική κομματική επικράτηση, αλλά κάτι πολύ περισσότερο: Την πολιτική κυριαρχία.
Με τον Άδωνι Γεωργιάδη συντάσσομαι. Που σήμερα έχει απέναντί του όλα τα media, κάθε αργόσχολο αφ υψηλού κριτή να αναπαράγει την εύκολη προπαγάνδα – επιχείρηση γελοιοποίησής του (αλήθεια αν τα διαφημιστικά του spot τα έκανε άλλος, πόσο θα τα θαύμαζαν πολλοί που σήμερα τα λοιδωρούν) και όχι μόνο ανθίσταται με σοβαρότητα, ψυχραιμία, γνώση και κύρος, αλλά αναγκάζει άπαντες στην πραγματικότητα να τον ακούν προσεκτικά- κι όπως φαίνεται να τον φοβούνται. Και πείθει. Ακόμη και ανθρώπους, όπως εγώ, που υπήρξαν οι πιο αυστηροί επικριτές του και προ αλλά κυρίως μετά την ένταξη του στη Νέα Δημοκρατία.
Αφήνω για το τέλος την βαθιά μου διαφωνία μαζί του, που παραμένει, γιατί δεν θέλω να αφήσω τίποτα να πέσει κάτω. Το πρώτο μνημόνιο. Για το οποίο όμως ο ίδιος με ρώτησε: “Κορόιδεψα κανέναν; Δεν ήμουν συνεπής στην άποψή μου; Το επέβαλα εγώ;”. Και βεβαίως δεν χρειάζεται καν απάντηση. Έχει δίκιο. Συνεπής και έντιμη η στάση του. Και σοβαρό το σκεπτικό του. Η διαφωνία παραμένει. Και αν είναι ο επόμενος αρχηγός, είναι βέβαιο ότι θα προκύψουν κι άλλες μεταξύ μας. Η διαφορά είναι πως με έπεισε ότι με την δική του αρχηγία η Νέα Δημοκρατία θα είναι συμμετοχική, δημοκρατική, διάφανη. Και ότι όχι μόνο θα χωρούν οι διαφωνίες, αλλά και θα κρίνονται ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ.
….
Υ/Γ1: Αν υπάρξει δεύτερος γύρος, είτε ο Άδωνις περάσει είτε ο Μητσοτάκης, δεν χρειάζεται καν να επανέλθω. Η στάση μου θα είναι δεδομένη.
Υ/Γ2: Εννοείται, όποιος κι αν εκλεγεί αρχηγός από τους 4, με όλες μου τις δυνάμεις θα τον στηρίξω. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε όλοι. Στη Νέα Δημοκρατία συναντηθήκαν οι ιδέες μας και οι Αρχές μας. Όχι οι όποιοι αρχηγοί μας. Όποιος νικήσει όμως πρέπει να προχωρήσει στις αναγκαίες θεσμικές και δομικές αλλαγές. Αν δεν το κάνει, ας θυμάται ακόμη κι αν δεν τον ενδιαφέρει η πορεία της παράταξης, ότι οι παράλληλες πηγές (παρα)εξουσίας και δημιουργίας κονκλάβιων στη ΝΔ αποκαθήλωσαν ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ νύχτα πανάξιους αρχηγούς. Πανάξιους προσωπικά, με το τεράστιο σφάλμα ωστόσο να αμελήσουν να αποκαταστήσουν τις δημοκρατικές δομές του κόμματος.
Όπως είναι ο Κώστας Καραμανλής. Ακόμη περισσότερο όμως ο Αντώνης Σαμαράς. Που όχι μόνο αρχηγός θα παρέμενε αλλά και πρωθυπουργός αν είχε μια υγιή και πειστική, λαϊκή Νέα Δημοκρατία να τον στηρίζει. Και η Ελλάδα θα είχε γλιτώσει από τον σημερινό εφιάλτη. Γιατί η Νέα Δημοκρατία είναι συνυφασμένη με την πορεία της χώρας. Και δυνατή και αληθινή και ΝΕΑ και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, σημαίνει μεγάλη, ισχυρή Ελλάδα. Ακριβώς έτσι όμως και μια ασθενής, ελιτίστικη, λαϊκιστική και προσωποκεντρική Νέα Δημοκρατία έχει τεράστια ευθύνη για μια Ελλάδα που πονά και παραπαίει.
Καιρός να πάρουμε όλοι τις ευθύνες μας. Και να επιλέξουμε ελεύθερα, ο καθένας καταπώς κρίνει. ΑΛΛΑ όχι με βάση φιλίες, αναμνήσεις, πλασσαρίσματα, εμμονές, μασημένες τροφές. Μόνο με κριτήρια ΠΑΡΑΤΑΞΙΑΚΑ και ΕΘΝΙΚΑ.
Βασίλης Α. Παπαδόπουλος

Πηγή

Popular

To Top