Οικονομία

Το οικονομικό μοντέλο της Ελλάδας αιτία για χαρακίρι κάθε οικονομολόγου

Η σχέση του με τα διάφορα μοντέλα Οικονομίας στον κόσμο

Υπάρχουν διάφορα μοντέλα Οικονομίας, που είτε εφαρμόστηκαν είτε απλά παρέμειναν ανεφάρμοστα και μόνο μέσα στα βιβλία των σπουδαστών της Οικονομικής Επιστήμης.

Ας δούμε πρώτα ορισμένα από αυτά στη γενική τους μορφή:
Καπιταλισμός
Υποτίθεται, πως η Οικονομία λειτουργεί μόνη βασιζόμενη στις δυνάμεις της αγοράς. Δεν υπάρχει κυβερνητικός παρεμβατισμός και οι τιμές των προϊόντων καθορίζονται από τους νόμους της αγοράς και της ζήτησης.
Το σήμα κατατεθέν του καπιταλισμού είναι το κέρδος και στις ακραίες του εκφάνσεις το κέρδος άνευ ορίων, μεθόδων και μέσων. Κάθε μέσο, που αυξάνει την κερδοφορία ενός ατόμου ή μιας επιχείρησης, θεωρείται θεμιτό.

Με αυτόν τον τρόπο, το οικονομικό μοντέλο του καπιταλισμού αναδεικνύει την επιχειρηματική ικανότητα των μελών της κοινωνίας, ενθαρρύνει την καινοτομία, προάγει την παραγωγικότητα και δίνει την ευκαιρία ανάπτυξης της Οικονομίας με γρήγορους ρυθμούς.

Οι μισθοί καθορίζονται και αυτοί ανάλογα με τους νόμους της αγοράς και της ζήτησης. Το κράτος παίζει δευτερεύοντα ρόλο και λειτουργεί μονάχα στους τομείς της εφαρμογής των νόμων, της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής, η οποία όμως, υπαγορεύεται από τα οικονομικά συμφέροντα της χώρας. Δεν υπάρχει δωρεάν παιδεία, ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη, πρόνοια και ενίσχυση των αδύνατων στρωμάτων.

Ο απόλυτος καπιταλισμός δεν υφίσταται πουθενά. Ακόμα και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού (ΗΠΑ, Β. Ευρώπη) το κράτος παρεμβαίνει για να παράσχει βοήθεια στις κοινωνικές ομάδες, που υποφέρουν. Είτε με μορφή επιδομάτων είτε με επιδοτήσεις είτε με κουπόνια σίτισης και επιδόματα στέγης.

Το κράτος επίσης παρεμβαίνει, όταν διαπιστώνει την ύπαρξη μονοπωλίων ή καρτέλ, που με τεχνητούς τρόπους περιορίζουν την παροχή κάποιων αγαθών και ελέγχουν τη ζήτηση και τις τιμές. Ο κρατικός παρεμβατισμός υπάρχει παντού, γιατί η πολιτική οφείλει να δείχνει ένα κοινωνικό πρόσωπο.

Στις μέρες μας βέβαια, ο παραδοσιακός καπιταλισμός των εργοστασιαρχών και ιδιοκτητών μεγάλων μονάδων παραγωγής έχει αντικατασταθεί από τον καπιταλισμό των νεο-φιλελεύθερων, που εστιάζει στην οικονομική κυριαρχία των τραπεζών καθιστώντας τες απόλυτους ρυθμιστές της παροχής και της ροής του χρήματος.

Δυστυχώς, αυτή είναι η πλέον βάναυση μορφή του υπαρκτού καπιταλισμού, μιας και μέσα σ’ αυτήν εγκλωβίζεται (μέσω δανείων) η επιχειρηματικότητα, που συχνά στραγγαλίζεται από τα κερδοσκοπικά παιχνίδια των τραπεζών.

Ο έλεγχος της ροής του χρήματος είναι ίσως η μεγαλύτερη εξουσία και αναμφίβολα η πλέον καταστροφική, μιας και οι ρυθμιστές της παγκόσμιας Οικονομίας είναι οι τραπεζίτες, οι οποίοι στην ουσία δεν παράγουν τίποτα.

Ο καπιταλισμός, ειδικά σ’ αυτή του τη μορφή, διαιωνίζει τον κύκλο της φτώχειας και συγκεντρώνει τον παγκόσμιο πλούτο στα χέρια λίγων, που όχι μόνο ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, αλλά καθίστανται και οι απόλυτοι ρυθμιστές της ζωής των πολιτών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σοσιαλισμός

Πρόκειται για ένα οικονομικο-κοινωνικό σύστημα, που επιθυμεί να μετατρέψει την ατομική ιδιοκτησία και το επιχειρείν σε μια συλλογική διαδικασία υπό την εποπτεία του κράτους. Εδώ, το κράτος παίζει πρωτεύοντα ρόλο έχοντας στην ιδιοκτησία του πολύ σημαντικούς τομείς της Οικονομίας όπως είναι η ενέργεια, οι φυσικοί πόροι, οι μεταφορές και οι επικοινωνίες, η παιδεία και η ιατρική περίθαλψη.

Στο εντελώς θεωρητικό του μοντέλο, οι σχέσεις παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών ρυθμίζονται με την αξιολόγηση της προσφοράς κάθε μέλους που συμμετέχει στη συλλογική διαδικασία αυτής.

Το πλέον προωθημένο μοντέλο του σοσιαλισμού είναι ο κομμουνισμός, που θεωρητικά πάντα, εξαλείφει τις διαφορές μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Δηλαδή, δεν υπάρχουν πολλές κοινωνικές τάξεις, αλλά μονάχα μία κοινωνία των πολιτών. Όμως, ο σχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής γίνεται από ένα κρατικό-κεντρικό μηχανισμό, που ρυθμίζει την παραγωγή, την παροχή και τη ζήτηση των αγαθών.

Ο σοσιαλισμός έχει πολλά μοντέλα και ακόμα περισσότερες εκφάνσεις συχνά αντικρουόμενες μεταξύ τους. Στα θετικά του θα μπορούσε κανείς να προσάψει την εξάλειψη της φτώχειας και της ανεργίας, μιας και όλοι οι πολίτες μπορούν να βασίζονται στην κεντρική εξουσία, για την εξασφάλιση των καθημερινών βιοποριστικών αναγκών τους. Στα πολύ σημαντικά όμως αρνητικά του στοιχεία είναι η καταστροφή της επιχειρηματικότητας, της καινοτομίας, της ανάπτυξης και της ισοπέδωσης των ατομικών προσόντων, αλλά και ελευθεριών κάθε μέλους της κοινωνίας.

Μπορεί να αποτελεί ένα «ευγενέστερο» και πιο κοινωνικά ανθρώπινο μοντέλο Οικονομίας, αλλά επειδή ακριβώς καθιστά την έννοια του κέρδους ως «αμαρτωλή και επικίνδυνη» στερεί από τους πολίτες το δικαίωμα να διαπρέψουν επιχειρηματικά και να επενδύσουν στις δικές τους δυνάμεις. Ισοπεδώνονται οι αξίες (πνευματικές, επιχειρηματικές, ακαδημαϊκές κ.λπ.) και μαζί με αυτές κάθε είδους κίνητρο, που προάγει τη διαφορετικότητα στο επιχειρείν, αλλά και τον τρόπο ζωής των πολιτών.

Όπου εφαρμόστηκε ο λεγόμενος «υπαρκτός σοσιαλισμός», απέτυχε παταγωδώς και όταν οι χώρες, στις οποίες αποτέλεσε κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο, μεταπήδησαν στη λεγόμενη «ελεύθερη αγορά» αντιμετώπισαν τεράστια ελλείμματα και αναγκάστηκαν να στραφούν σε τεράστιο δανεισμό, που όχι μόνο τις οδήγησε στην οικονομική κατάρρευση, αλλά και σε ένα είδος οικονομικής αιχμαλωσίας. Ο κομμουνισμός, δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

Οι μικτές Οικονομίες

Οι περισσότερες Οικονομίες σήμερα, ειδικά αυτές που ανήκουν στη λεγόμενη «Δύση», χρησιμοποιούν ένα ανάμικτο οικονομικό μοντέλο, που σε μικρό ή μεγάλο βαθμό σχετίζεται με τον διάσημο βρετανό οικονομολόγο, τον John Maynard Keynes.

Ο Keynes πίστευε, πως για να υπάρχει μία ισορροπία στις περιόδους κρίσης μιας Οικονομίας το κράτος οφείλει να παρέμβει και να διανείμει μέρος των κερδών του κεφαλαίου στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Ήταν κατά της στυγνής φορολόγησης και υπερ της αύξησης του ελλείμματος σε περιόδους κρίσης. Πίστευε, πως τα ελλείμματα αυτά θα ισορροπηθούν από τα πλεονάσματα, που θα προκύψουν, όταν μια χώρα ξεπεράσει τη κρίση.

Ολόκληρη η θεωρία του Keynes παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δεν μπορεί να αναλυθεί μέσα σε λίγες γραμμές. Καθίσταται όμως στις μέρες μας περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.

Μικρό ή μεγάλο κράτος;

Ας εξετάσουμε όμως έναν άλλο σημαντικό παράγοντα που είναι το μέγεθος του κράτους που θέλουμε. Αυτή η ερώτηση δεν μπορεί να απαντηθεί αν πρώτα δεν διερευνηθούν κάποιες άλλες παράμετροι.

Ας ξεκινήσουμε όμως, με ένα άλλο ερώτημα: Τι σημαίνει μεγάλο κράτος; Αν σημαίνει, πως το κράτος είναι μεγάλο, για να διευκολύνεται η ζωή του πολίτη, ο οποίος και θα λαμβάνει άριστη παροχή υπηρεσιών όχι μόνο στους τομείς παιδείας και υγείας, αλλά και στην καθημερινότητά του τότε καλώς είναι μεγάλο. Με άλλα λόγια, μπορεί να υπάρχει ένα μεγάλο κράτος, που να προκύπτει μεν από κρατικές δαπάνες, αλλά αυτές να μην προέρχονται από δανεισμό, αλλά από επενδύσεις, που να ενισχύουν την παραγωγικότητα του ιδιωτικού τομέα.

Αν αντιθέτως, το κράτος είναι μεγάλο, για να λειτουργήσει ως εργοδότης και οι δαπάνες του κατευθύνονται όλες με τη μορφή μισθών, συντάξεων και επιδομάτων μιας στρατιάς ημι-απασχολούμενων έως και καθόλου απασχολούμενων υπαλλήλων, που λαμβάνουν το μισθό τους, ενώ παράλληλα αυξάνουν τη γραφειοκρατία μειώνοντας διαρκώς την ποιότητα της παροχής των υπηρεσιών τους τότε υποχρεωτικά το μεγάλο κράτος αποτελεί την σοβαρότερη τροχοπέδη της Οικονομίας.

Αν δηλαδή, οι κρατικές δαπάνες διοχετεύονται με τη μορφή εισοδήματος προς κατανάλωση στους υπαλλήλους του και όχι με τη μορφή μιας επένδυσης προς το όφελος όλων αναπόφευκτα οδηγούμαστε στη δημιουργία τεραστίων ελλειμμάτων, που με εξαιρετικά βασανιστικό τρόπο θα οδηγήσουν τη χώρα σε κατάρρευση, που θα προκύπτει κυρίως από την καταστροφή του πραγματικού παραγωγικού της ιστού.

Όπως και να έχει όμως το πράγμα το μεγάλο κράτος απαιτεί ως προϋπόθεση μια χώρα να έχει το δικό της νόμισμα, ώστε να μπορεί να ελέγχει και να ρυθμίζει με μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας, τις δαπάνες της. Σε καμία όμως περίπτωση το κράτος δεν πρέπει να λειτουργεί ως εργοδότης δημιουργώντας άχρηστους οργανισμούς και θέσεις, που όχι μόνο δεν παρέχουν υπηρεσίες, αλλά κατασπαράζουν και τους εθνικούς πόρους με τρόπο ανεξέλεγκτο.

Δεν πρέπει επίσης το κράτος να υποκύπτει σε κάθε είδους δημόσιας ή ιδιωτικής συντεχνίας, που παρασιτικά διεκδικεί μισθούς και συντάξεις ποσών, που όχι μόνο δεν έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα, αλλά ρημάζουν και τον κρατικό προϋπολογισμό.

Ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα

Αν και γενικά ο «προστατευτισμός», που πολλές χώρες χρησιμοποιούν, για να περιορίσουν είτε τα εγχώρια μονοπώλια είτε να μειώσουν την εξαγωγή συναλλάγματος από εισαγωγές, είναι ένα αναποτελεσματικό μέτρο σε βάρος της ποιότητας των αγαθών και υπερ του υπερκέρδους (σε περίπτωση, που πρόκειται για μη κρατικά μονοπώλια), αλλά και του πληθωρισμού, ορισμένες φορές απαιτείται, όταν οι εγχώριες εταιρίες επιχειρούν να γίνουν πιο ανταγωνιστικές από πλευράς ποιότητας και τιμής μέσω δαπάνης ποσών για έρευνα και ανάπτυξη. Δηλαδή, μέχρι να «ετοιμαστεί» μια εγχώρια εταιρία να γίνει ανταγωνιστική, δεν θα ήταν κακό να λάβει κάποιου είδους προστασία από το κράτος. Η άρση αυτού του προστατευτισμού πρέπει όμως να γίνει άμεσα τη στιγμή, που τα εγχώρια προϊόντα έχουν αναπτυχθεί και εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίστανται ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές. Αυτή την πρακτική εφάρμοσε για αρκετά χρόνια η Ιαπωνία και η χώρα ωφελήθηκε τα μέγιστα.

Σκοπός του ιδιωτικού τομέα είναι να παράγει ανταγωνιστικά προϊόντα, που να αυξάνουν τις εξαγωγές και να καθιστούν το εμπορικό ισοζύγιο θετικό για τη χώρα. Αυτό για να γίνει θα πρέπει το κράτος όχι μόνο να μειώνει τα επιτόκια δανεισμού και τη φορολογία αυτών των επιχειρήσεων, αλλά και να τις συνδράμει με τεχνογνωσία και υποστήριξη. Αυτό φυσικά θα έχει ανταποδοτικό όφελος για όλη τη χώρα, μιας και η αύξηση των κερδών θα σημάνει μείωση της ανεργίας και των καταβαλλόμενων φόρων όχι από υπερφορολόγηση, αλλά από την απλή αύξηση των κερδών των εταιριών.

Για να μπορέσει όμως το κράτος να εφαρμόσει αυτή την οικονομική πολιτική, θα πρέπει να διαθέτει έναν πολύ ευέλικτο κρατικό μηχανισμό, ελάχιστη γραφειοκρατία και δημόσιες υπηρεσίες, που θα είναι άρτια εξοπλισμένες και επανδρωμένες από προσωπικό, που δεν θα πλεονάζει, αλλά αντιθέτως θα προσφέρει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Πού οδηγεί αυτό; Σαφώς και οδηγεί στη μείωση του κράτους και της γραφειοκρατίας. Επιπροσθέτως, πρέπει να κατανοήσουμε, πως ο δρόμος για τη μείωση των ελλειμμάτων δεν είναι η υπερφορολόγηση, αλλά η ουσιαστική μείωση του κράτους από παρασιτικούς οργανισμούς, που δημιουργήθηκαν, για να «βολέψουν» κομματικούς στρατούς.

Η οικονομική θωράκιση μιας χώρας

Σε μια παγκοσμιοποιημένη Οικονομία, όπως είναι η σημερινή, είναι σχεδόν αδύνατο να αποφευχθεί μία παγκόσμια κρίση. Συνεπώς, αυτό που πρέπει να προβληματίζει τους ηγέτες κάθε χώρας είναι πώς η εξαγωγή και εξάπλωση μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης δεν θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα τους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μονάχα όταν υπάρχει αυτάρκεια προϊόντων και υπηρεσιών από εγχώριες εταιρίες και παραγωγικές μονάδες σε ανταγωνιστικές προς τον καταναλωτή τιμές.

Όσο μεγαλύτερη αυτάρκεια έχει μια χώρα τόσο λιγότερες ανάγκες έχει όσον αφορά τον δανεισμό και τις εισαγωγές της. Αυτό την κάνει λιγότερο εξαρτώμενη και λιγότερο επίφοβη σε κάθε παγκόσμια κρίση. Αυτό σημαίνει, πως μια χώρα πρέπει να επικεντρώνεται στα προϊόντα και τις υπηρεσίες, που της δίνουν συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των άλλων χωρών. Συνδυάζοντας αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα με ορθές γεωπολιτικές στρατηγικές, που εξασφαλίζουν καλές πολιτικο-οικονομικές σχέσεις και συμμαχίες με άλλα κράτη, μια χώρα μπορεί να μετριάσει σημαντικά τις επιπτώσεις μιας παγκοσμιοποιημένης κρίσης, που συνήθως προκύπτει από τα κερδοσκοπικά παιχνίδια των αγορών.

Ποιες είναι οι «αγορές»;
Ο έλεγχος του χρήματος και της ροής του, όπως άλλωστε αναφέρθηκε πριν, είναι ο κατεξοχήν τρόπος κατάκτησης της εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτός ο έλεγχος ανήκει σε λίγες παγκόσμιου βεληνεκούς και δραστηριοτήτων τράπεζες. Είναι αληθές, πως αυτές οι τράπεζες ανήκουν σε μια ελίτ πλουτοκρατών, που δεν περιορίζονται από εθνικά σύνορα ούτε και χαλιναγωγούνται από νόμους, κρατικά συντάγματα, πολιτικά κόμματα και ιδεολογίες. Οι πλουτοκράτες τραπεζίτες δεν έχουν ιδεολογίες και δεν διέπονται από ανθρωπιστικά συναισθήματα, μιας και τους ενδιαφέρει μόνο η παγκόσμια διακυβέρνηση του πλανήτη μέσω της κυριαρχίας και ελέγχου όλων των κρατικών οικονομιών.

Αυτό δεν είναι σενάριο συνωμοσίας, αλλά κάτι το αληθές αν παρατηρήσει κανείς τη διευρυνόμενη παγκόσμια φτώχεια και την υπερσυγκέντρωση του πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια. Πολλοί μάλιστα σπεύδουν να διαπιστώσουν μια συγκεκριμένη φυλετική σχέση ή και συγγένεια μεταξύ των μελών της πλουτοκρατικής ελίτ αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει τον γράφοντα, που αποδίδει το φαινόμενο στον παράγοντα άνθρωπο και τη διάθεσή του να διαφεντεύει, να ελέγχει και να καθυποτάσει τους συνανθρώπους του, μιας και οι ανθρώπινες επιθυμίες είναι άπειρες ενώ τα παραγόμενα υλικά αγαθά πεπερασμένα.

Το οικονομικό μοντέλο της Ρωμιοσύνης

Το οικονομικό σύστημα της Ρωμιοσύνης μπορεί να αποτελέσει αιτία για χαρακίρι κάθε οικονομολόγου (δεν είναι απαραίτητο να είναι ιάπωνας), καθότι δεν σχετίζεται με τη λογική πόσω μάλλον με την οικονομική επιστήμη.

 

Από συστάσεως του κρατιδίου─προτεκτοράτου, μέλημα της πολιτικής εξουσίας ήταν η εξυπηρέτηση συντεχνιών, συγκεκριμένων ομάδων και φατριών, των οποίων μέλη είτε βρίσκονταν στην εξουσία είτε ασκούσαν επιρροή σε αυτήν.

Καμία απολύτως απόφαση δεν λαμβάνεται για να προαχθεί η παραγωγικότητα και η οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, όλες οι κυβερνήσεις ανεξαρτήτως πολιτικής ιδεολογίας στέκονται προσοχή απέναντι στην ιερή αγελάδα του δημοσίου, την οποία φυσικά οι ίδιοι οι κυβερνώντες φροντίζουν να εκτρέφουν και να συντηρούν σε βάρος της ανάπτυξης και της ευημερίας.

Ένα τεράστιο κράτος, απολύτως δυσανάλογο με τις ανάγκες των πολιτών, γεμάτο από άχρηστους οργανισμούς και υπηρεσίες, που δημιουργήθηκαν για να βολευτούν οι «πελάτες» ψηφοφόροι. Το 2009, αυτό το άθλιο κατασκεύασμα κορύφωσε τη διόγκωση του κράτους και δανείστηκε τεράστια ποσά για μισθούς επιδόματα και συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων.

Το κράτος στη Ρωμιοσύνη δανείζεται, για να πληρώνει ακαμάτηδες, οι οποίοι καταναλώνουν μεν αγαθά, αλλά τα περισσότερα από αυτά είναι εισαγόμενα, μιας και σ’ αυτόν τον τόπο εδώ και σαράντα χρόνια δεν παράγεται απολύτως τίποτα πέρα από «ταξική πάλη» και «επανάσταση». Συνεπώς, τα δάνεια ,που συνάπτει η χώρα κάνουν φτερά και δεν παραμένουν στην εγχώρια Οικονομία, ώστε να αυξηθεί η παραγωγικότητα και να επιταχυνθεί η ανάπτυξη.

Η Ρωμιοσύνη είναι η μόνη χώρα που ανεξαρτήτως πολιτεύματος και πολιτικής ιδεολογίας των κυβερνώντων, έχει μία πανίσχυρη κεντρική εξουσία, που όχι μόνο δεν αφουγκράζεται τις ανάγκες της αγοράς, αλλά τιμωρεί και το «επιχειρείν» ως κάτι το εξαιρετικά απεχθές και καταδικαστέο.

Το οικονομικό μοντέλο της Ρωμιοσύνης δεν είναι μοντέλο ανάπτυξης, αλλά εξυπηρέτησης συμφερόντων συντεχνιών και συγκεκριμένων ομάδων. Μέλημα της κάθε κυβέρνησης είναι να καταστρέψει όποιον θύλακα παραγωγικότητας έχει απομείνει είτε με υπερφορολόγηση είτε με γραφειοκρατία είτε με εκβιαστικού τύπου διαπλοκή.

Συμπεράσματα

Μόνο με ένα ευέλικτο, παραγωγικό και ανταποδοτικό κρατικό μηχανισμό μπορεί μια χώρα να ελπίζει σε μια σχετική ευημερία των πολιτών της. Έναν κρατικό μηχανισμό, που θα συνεργάζεται εποικοδομητικά, ενισχυτικά με τον ιδιωτικό τομέα συμβάλλοντας στην αύξηση της παραγωγικότητας και σε προϋπολογισμούς με θετικό πρόσημο.

Ακόμα όμως και αν αυτά ισχύουν, πάντα οι χώρες θα είναι ευάλωτες σε κερδοσκοπικές επιθέσεις της ολιγαρχικής ελίτ, που μέσω των τραπεζών είναι σε θέση να θέτει κάθε χώρα κάτω από τον έλεγχό της.

Σαν επίλογο, ας κρατήσουμε ένα απόφθεγμα από τον John Maynard Keynes:

«Μακροπρόθεσμα, όλοι θα πεθάνουμε».

Συμπληρώνω λοιπόν, πως για να περάσουμε καλά έστω και βραχυπρόθεσμα ας φροντίσουμε να δημιουργήσουμε ένα εύρυθμο κράτος, τουλάχιστον για τις γενιές που ακολουθούν.

Πηγή

Popular

To Top