Politics

Alpha Bank: Ενισχύονται πλέον καταλυτικά οι ενδείξεις ανάκαμψης!!!

Ενισχύονται πλέον καταλυτικά οι ενδείξεις ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, όπως σημειώνει η Alpha Bank στο Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι ένα από τα πιο ενθαρρυντικά στοιχεία είναι η θετική ροή των καταθέσεων προς το τραπεζικό σύστημα για τέταρτο συνεχή μήνα (Ιούνιος 2014).

Επιταχύνθηκε μάλιστα περαιτέρω ο ρυθμός αύξησης των καταθέσεων των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών αφού στο τέλος Ιουν.2014 ανήλθαν στα € 163,21 δισ., από € 162,1 δις τον Μάιο.2014, € 161,4 δις τον Απρ.2014 και € 160,5 δις τον Φεβρ.2014, αναφέρει σχετικά η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της τράπεζας στο εβδομαδιαίο δελτίο.

Όπως σημειώνει, η επιτάχυνση της αυξητικής πορείας των καταθέσεων λαμβάνει χώρα φυσιολογικά, μετά την εντυπωσιακή ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών από τον ιδιωτικό τομέα και μάλιστα από ξένους επενδυτές. Αυτοί οι επενδυτές δείχνουν έμπρακτα, με τις σημαντικές σε όγκο και ποιότητα επενδύσεις, την πίστη τους για την ουσιαστική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την αποκατάσταση σε ικανοποιητικά επίπεδα της κερδοφορίας των τραπεζών στα επόμενα έτη. Από την άλλη πλευρά, η επιστροφή των καταθέσεων θέτει τις βάσεις για την αποκατάσταση μιας θετικής ροής πιστώσεων προς τις βιώσιμες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της χώρας, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην προσδοκώμενη υγιή και διεθνώς ανταγωνιστική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.


Προς την κατεύθυνση της σταδιακής αύξησης των τραπεζικών δανείων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά συμβάλλουν και η αναχρηματοδότηση ενός μεγάλου μέρους των Εντόκων Γραμματίων του Δημοσίου με εισροές σημαντικών κεφαλαίων από το εξωτερικό –  σε δραστικά μειωμένα επιτόκια για το ελληνικό δημόσιο, καθώς και οι εκδόσεις σημαντικών ποσών επιχειρηματικών ομολογιακών δανείων  από μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις. Αυτές οι εξελίξεις, απελευθερώνουν κεφάλαια στις ελληνικές τράπεζες για σταδιακή αύξηση της χρηματοδότησης του μεγάλου αριθμού των υπολοίπων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, των οποίων η ζήτηση για τραπεζικά δάνεια αναμένεται να αυξηθεί σταδιακά τους επόμενους μήνες, όπως σηματοδοτείται από την εντυπωσιακή βελτίωση της καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης. Έτσι, ο ρυθμός μεταβολής της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που ήταν ακόμη αρνητικός στο -3,5% σε ετήσια βάση τον Ιούν.2014 και τον Μάιο.2014, από -3,7% τον Απρ.2014 και από -4,1% τον Μάρτ.2014, αναμένεται να καταστεί θετικός από τις αρχές του 2015, ή, ενδεχομένως, και νωρίτερα. Μάλιστα, ο ρυθμός αυτός θα ήταν ήδη θετικός αν οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις δεν προσέφευγαν απευθείας στις διεθνείς αγορές ομολόγων για αναχρηματοδότηση των δανειακών τους υποχρεώσεων σε ευνοϊκό κόστος, κατά ένα μέρος με μείωση των υποχρεώσεών τους προς τις τράπεζες.

Ταυτόχρονα, βελτιώνεται ραγδαία η επιχειρηματική και καταναλωτική εμπιστοσύνη. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος (ESI) κυμαίνεται σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο (102,6 τον Ιούλ.2014 από 92,1 τον Ιούλ.2013), και διαμορφώνεται μάλιστα στο υψηλότερο σημείο από τον Μάιο 2008.

Όπως αναφέρει η Alpha Bank η θετική εξέλιξη του δείκτη προσδιορίζεται:
(1) από την ικανοποιητική πορεία του δείκτη καταναλωτικών προσδοκιών στο -51,0 τον Ιούλ.2014, από -49,8 τον Ιούν.2014 και -70.9 τον Ιούλ.2013.
(2) από την ταχεία ανάκαμψη του δείκτη επιχειρηματικών προσδοκιών στις υπηρεσίες στο +19,7 τον Ιούλ.2014 (υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούν.2008), από +18,4 τον Ιούν.2014 και -21 τον Ιούλ.2013,
(3) από την διατήρηση του δείκτη επιχειρηματικών προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο σε θετικό έδαφος για 2ο συνεχή μήνα, μετά από 54 μήνες σε αρνητικό επίπεδο, στο +4,8 τον Ιούλ.2014, από +2,5 τον Ιούν.2014 και -21 τον Ιούλ.2013 και
(4) την βελτίωση του δείκτη επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία, ο οποίος επίσης παραμένει σε θετικό επίπεδο για 2ο συνεχή μήνα, μετά από 76 μήνες σε αρνητικό επίπεδο, στο +1,5 τον Ιούλ.2014, από +1,3 τον Ιούν.2014, από 10,6 τον Ιούλ.2013.

Η Alpha Bank σχολιάζει και την πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείο για τους μισθούς, το κόστος εργασίας και την ανταγωνιστικότητα στις χώρες της Ευρωζώνης και ιδιαίτερα στις ελλειμματικές οικονομίες.

Όπως αναφέρει, στο σημείωμα των αναλυτών του ΔΝΤ αναλύεται η εξέλιξη των ανισορροπιών (ιδιαίτερα δε το μέγεθος, η διάρθρωση και οι επιπτώσεις της εσωτερικής υποτίμησης) στη Ζώνη του Ευρώ και ιδιαίτερα στις ελλειμματικές χώρες μετά την μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση 2007=2009 και την κρίση δημοσίου χρέους 2010-2013. Καταλήγει δε σε διαπιστώσεις για τα (θετικά και τα αρνητικά) αποτελέσματα βασικών πτυχών του προγράμματος προσαρμογής της Ελλάδος, ιδιαίτερα όσον αφορά την πολιτική βελτίωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, σε σύγκριση με εκείνα που εφαρμόστηκαν από τις άλλες χώρες της περιφέρειας της Ζώνης του Ευρώ.

Ειδικότερα, επιδιώκεται να εξηγηθούν οι εξαιρετικά δυσμενέστερες επιπτώσεις που είχε η εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής στην Ελλάδα – με την πρωτοφανή παγκοσμίως πτώση του ΑΕΠ και την αντίστοιχη απότομη αύξηση της ανεργίας και γενικά τον καταποντισμό της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα – από ότι στις άλλες χώρες που εφάρμοσαν ανάλογα προγράμματα στην περίοδο 2008-2013.

Στο σημείωμα αυτό, αναγνωρίζεται ότι όλες οι χώρες (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία) πέτυχαν σημαντική εσωτερική υποτίμηση – της τάξης του 10%-25% – της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας των νομισμάτων τους (REER) με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (ULC) και ότι αυτή η υποτίμηση οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πτώση του ULC τους αφού η ονομαστική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία του Ευρώ ήταν σχετικά σταθερή στην περίοδο που εξετάζεται. Η μεγάλη πτώση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (μισθός/παραγωγικότητα) στην Ελλάδα στην περίοδο 4ο 3μηνο.2009 – 1ο 3μηνο.2013 οφείλεται αποκλειστικά στην πτώση των μισθολογικών αμοιβών ανά εργαζόμενο, αφού η παραγωγικότητα της εργασίας στην ίδια περίοδο σημείωσε πτώση, παρά τη μεγάλη μείωση της απασχόλησης. Αυτή δε η εξέλιξη ήταν ακριβώς αντίθετη από τις άλλες χώρες που συνεξετάζονται (ιδιαίτερα από την Ισπανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία) στις οποίες η πτώση του ULC  οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αύξηση της παραγωγικότητας και ελάχιστα στην πτώση των μισθολογικών αμοιβών ανά εργαζόμενο. Τα συμπεράσματα αυτά επιβεβαιώνονται και από τον Πίνακα 1 που καλύπτει την περίοδο 2008-2014. Έτσι, εξάγεται το συμπέρασμα ότι όλες οι χώρες έχουν βελτιώσει σημαντικά την εξαγωγική τους ανταγωνιστικότητα- μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας στην περίοδο της προσαρμογής, εκτός από την Ελλάδα.

Ταυτόχρονα συμπεραίνεται ότι η μεγάλη μείωση του ULC στην Ελλάδα (αλλά και στις άλλες χώρες που συνεξετάζονται) δεν συνέβαλε στη μείωση των τιμών των εξαγόμενων προϊόντων, αλλά στην αύξηση του περιθωρίου κέρδους των εξαγωγικών επιχειρήσεων. Προφανώς δε, ως αποτέλεσμα αυτής της εκτίμησης για τη «χαμένη ανταγωνιστικότητα της Ελλάδος», σε σχετικό Διάγραμμα (σελίδα 16) που δείχνει τις προοπτικές ανάπτυξης των εξαγωγών των ανωτέρω χωρών το 2018 σε σχέση με το 2000=100, η Ελλάδα που είχε φτάσει ήδη στο 120 το 2008 και έπεσε και πάλι στο 100 το 2009, θεωρείται ότι θα έχει φτάσει περί το 145 το 2018, έναντι του 230 που θα έχει φτάσει η Πορτογαλία, του 225 που θα έχει φτάσει η Ισπανία και του 210 η Ιρλανδία.

Σχετικά με τα ανωτέρω συμπεράσματα για το Ελληνικό πρόγραμμα προσαρμογής σημειώνονται τα ακόλουθα:

α) Από τον Πίνακα 1 προκύπτει ότι οι συγγραφείς του Σημειώματος του ΔΝΤ έχουν δίκιο όταν υποστηρίζουν ότι η μεγάλη μείωση του ULC στην Ελλάδα στην περίοδο 2009-2014 οφείλεται αποκλειστικά στη μείωση των μισθών, αφού η παραγωγικότητα ήταν μειωμένη κατά -0,6% συνολικά στην περίοδο. Ωστόσο, η ανωτέρω πτώση της παραγωγικότητας συνολικά στην περίοδο 2009-2014 οφείλεται αποκλειστικά στη μεγάλη πτώση της το 2010 και το 2011, όταν καταγράφηκε μεγάλη πτώση του ΑΕΠ (κυρίως λόγω της μεγάλης προς τα κάτω αναθεώρησης του ΑΕΠ κατά τα έτη αυτά) με μικρότερη πτώση της απασχόλησης. Από το 2012 και μετά καταγράφεται θετική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά 1,5% το 2012 και κατά 1,0% το 2013, με εκτιμώμενη αύξησή της κατά 1,0% και το 2014 (αύξηση του ΑΕΠ: 1,0%, αύξηση της απασχόλησης: 0,0%). Η αύξηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα ακόμη και κατά το 2012-2013 όπου το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά κύριο λόγο υπό την επίδραση παραγόντων που ήταν εντελώς άσχετοι με την παραγωγικότητα της εργασίας (π.χ., καταποντισμός του οικονομικού κλίματος και παντελής στέρηση ρευστότητας) αποτελεί ένδειξη για πολύ μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας από το 2015 όταν τα ποσοτικά εμπόδια στην αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ θα έχουν εκλείψει πλήρως και οριστικά.

β) Η εξέταση της περιόδου 2008-2014 απομονωμένα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το τι είχε προηγηθεί στα μεγέθη του Πίνακα 1 πριν το 2009, οδηγεί αναπόφευκτα σε λανθασμένα συμπεράσματα, όπως φαίνεται στα Διαγράμματα 1 και 2, πιο κάτω:  

Όπως προκύπτει από το Διάγραμμα 1, η παραγωγικότητα της εργασίας σημείωσε πτώση στην Ελλάδα στην περίοδο 2008-2011 αφενός λόγω του καταποντισμού του ΑΕΠ της χώρας από την αναθεώρησή του και, αφετέρου, διότι στην περίοδο 1995-2007 η Ελλάδα είχε σημειώσει δυσανάλογα μεγαλύτερη άνοδο της παραγωγικότητας από την Ισπανία και την Ιταλία και επίσης μεγαλύτερη άνοδο από την Πορτογαλία. Επομένως, η αύξηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα το 2014 έναντι του 1994 εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη από όλες τις ανωτέρω χώρες, παρά την πτώση της το 2008-2011. Μόνο η Ιρλανδία είχε μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας από την Ελλάδα το 2014 έναντι του 1994, αλλά υπάρχουν τώρα τα δεδομένα για την Ελλάδα να κερδίσει το χαμένο έδαφος έναντι της Ιρλανδίας στην περίοδο 2012-2020. Σε κάθε περίπτωση, η Ισπανία και η Ιταλία που είχαν ελάχιστη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην περίοδο 1995-2008 ήταν επόμενο να επιδιώξουν την μείωση του ULC τους στην περίοδο 2009-2014 με αύξηση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητάς τους. Η Ισπανία κατέγραψε επιτυχία σε αυτή την επιδίωξη, στηριζόμενη κυρίως στη μεγάλη πτώση της απασχόλησης στην περίοδο 2009-2014 και στην ταυτόχρονη συγκράτηση της πτώσης του ΑΕΠ της σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Η Ιταλία δεν κατάφερε ούτε αυτό.

γ) Αλλά πιο εντυπωσιακά και αποκαλυπτικά είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν από το Διάγραμμα 2 που αφορά την εξέλιξη των μισθολογικών αμοιβών ανά εργαζόμενο. Η αύξηση αυτών των αμοιβών ήταν πολύ μεγαλύτερη στην Ελλάδα έως το 2009, με εξαίρεση μόνο την Ιρλανδία (στην οποία η αύξηση του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας ήταν πολύ υψηλότερη από την Ελλάδα), και ήταν ο βασικός παράγων που είχε συντελέσει στη μεγάλη αύξηση του ULC στην Ελλάδα (και στην Ιρλανδία) στην περίοδο 1995-2008, παρά τη μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας που επίσης σημειώθηκε στην Ελλάδα (και στην Ιρλανδία) στην ίδια περίοδο. Έτσι, ήταν επόμενο ότι η αναγκαία μείωση του ULC και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων στην Ελλάδα στην περίοδο της 2010-2014 δεν ήταν δυνατή παρά μόνο με δραστική μείωση των μισθών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο πτώσης της παραγωγικότητας λόγω της υπέρμετρης αναταραχής που επέφερε το πρόγραμμα προσαρμογής που επιβλήθηκε στη χώρα από την Τρόικα. Το πρόγραμμα προσαρμογής που επιβλήθηκε από την χρεοκοπία της χώρας και που ήρθε  ως αποτέλεσμα της υπέρμετρης αύξησης των μισθών (Διάγραμμα 2) και των κοινωνικών παροχών (από 12,9% του ΑΕΠ το 1992, στο 14,3% του ΑΕΠ το 1999 και στο 21,2% του ΑΕΠ το 2009).
Με την ολοκλήρωση της ανωτέρω προσαρμογής (δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της εκ βάθρων μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας και προϊόντων και των συστημάτων κοινωνικών ασφαλίσεων και υγειονομικής περίθαλψης της χώρας), από το 2015 η περαιτέρω μείωση του ULC και η περαιτέρω βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας θα επιτυγχάνεται φυσιολογικά μόνο με αύξηση της παραγωγικότητας.

Επομένως, η μεγάλη υποτίμηση του ελληνικού REERULC που παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 3 πιο κάτω αποτελεί πραγματική βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία ήδη συμβάλλει θετικά στην ταχεία βελτίωση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών της χώρας και στην ανάκαμψη και ανάπτυξη της οικονομίας. Σε αυτή την ανάκαμψη και ανάπτυξη πρωτοστατούν οι πιο σημαντικοί εξαγωγικοί κλάδοι της χώρας, δηλαδή ο τουρισμός, ο αγροτο-διατροφικός τομέας, πολλοί βιομηχανικοί κλάδοι (φαρμακευτικά, χημικά, μέταλλα, μη μεταλλικά ορυκτά, ηλεκτρονικοί υπολογιστές και οπτικά, κ.ά.), η ενέργεια, οι λοιπές υπηρεσίες (εκτός του τουρισμού και της ναυτιλίας), κ.ά. Μάλιστα στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών από το 2014 συμβάλλει ουσιαστικά και ο μεγάλος τομέας της παγκοσμίου εμβέλειας ελληνικής ναυτιλίας, που είχε σημαντική αρνητική επίπτωση στις εξαγωγές και στο ΑΕΠ στην περίοδο 2009-2013 αλλά αναμένεται να έχει δυναμική θετική επίπτωση και στα δύο μεγέθη στην περίοδο 2014-2020 και πιο μακροπρόθεσμα.

δ) Όσον αφορά στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών της Ελλάδος σημειώνεται ότι από έλλειμμα ύψους -14,1% του ΑΕΠ το 2007-2008 εκτιμάται ότι θα καταγράψει μηδενικό έλλειμμα το 2014, από έλλειμμα -1,4% του ΑΕΠ το 2013. Στο μηδενισμό του ελλείμματος το 2014 συνέβαλε η πτώση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 10,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ και η αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 3,9 π.μ. του ΑΕΠ. Αυτή η αύξηση της συμβολής των εξαγωγών συνέβη παρά τη μεγάλη πτώση των εσόδων από την ναυτιλία κατά περισσότερο από τις 3,5 π.μ. του ΑΕΠ το 2013 έναντι του 2008. Επιπλέον  η σημαντική αύξηση των εξαγωγών εκτός της ναυτιλίας (δηλαδή των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην Ελλάδα) σημειώθηκε παρά τη προαναφερθείσα σημαντική μείωση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών.

ε) Όσον αφορά στην παρατήρηση ότι η μεγάλη μείωση του ULC και η δραστική υποτίμηση του REER στην Ελλάδα αντικατοπτρίζεται στην αύξηση του περιθωρίου κέρδους των εξαγωγικών επιχειρήσεων, αυτό ακριβώς επιδιώκεται με την προσπάθεια βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων μιας μικρής ανοικτής οικονομίας που αντιμετωπίζει δεδομένες τιμές αυτών των προϊόντων της στην παγκόσμια αγορά. Διότι κανένας λογικός επιχειρηματίας στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να επιδιώξει αύξηση των εξαγωγών του με μέτρα τιμολογιακής πολιτικής. Σύμφωνα με τα απλά οικονομικά αυτή η πολιτική ανήκει σε μεγάλες επιχειρήσεις που κατέχουν σημαντικά μερίδια στις αγορές που πωλούν ή αγοράζουν τα προϊόντα τους. Στην Ελλάδα, αυτό που επιδιώκουν οι επιχειρήσεις είναι να έχουν τη δυνατότητα να πωλούν τα προϊόντα τους με κάποιο κέρδος στις τιμές που διαμορφώνονται ανεξάρτητα από αυτούς στις διεθνείς αγορές. Όσο χαμηλότερο είναι το κόστος παραγωγής ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα τόσο περισσότερες επιχειρήσεις σε περισσότερους κλάδους της οικονομίας θα μπορούν να εξάγουν τα προϊόντα τους στις διεθνείς αγορές με κάποιο κέρδος.

Έως το 2009 με την μειωμένη ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής, που είναι εμφανής στα Διαγράμματα 2 και 3, οι επιχειρήσεις έφευγαν από την Ελλάδα για να μεταφέρουν την παραγωγή τους σε χώρες χαμηλού κόστους και αντί για εξαγωγές είχαμε συνεχή αύξηση των εισαγωγών ακόμη και από αυτές τις ίδιες τις επιχειρήσεις που έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ήταν εγκατεστημένες στην Ελλάδα. Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας σημαίνει δυνατότητα εγχώριας παραγωγής σε ανταγωνιστικό κόστος (δηλαδή με θετικό περιθώριο κέρδους) πράγμα που θα επιτρέψει και την επιστροφή των παραγωγικών δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων στην Ελλάδα με ενεργοποίηση της εξαγωγικής του δραστηριότητας αντί για τις εισαγωγές. Αυτό που αναμένεται από εδώ και πέρα είναι η μείωση και της πολύ υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης των συνεπών επιχειρήσεων (που παραμένει ακόμη ως σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη) που θα γίνεται σταδιακά πράξη με την πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και την αποτελεσματική είσπραξη των βεβαιωμένων φορολογικών εσόδων από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Πηγή

Popular

To Top