[ccpw id="136103"]

Ύφεση έως και 6% φέτος αναμένει η HSBC για την Ελλάδα, η οποία θα
ακολουθηθεί από ανάκαμψη της τάξης του 5,8% το 2021.

Η ύφεση στο β’
τρίμηνο θα αγγίξει το 10,3%, ενώ στο γ’ τρίμηνο θα φτάσει το 8,8%.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της βρετανικής τράπεζας, το πρωτογενές
δημοσιονομικό πλεόνασμα της Ελλάδας θα γίνει έλλειμμα και θα διαμορφωθεί
στο -1,5% του ΑΕΠ από πάνω από +3,5% πέρυσι.

Τουλάχιστον για το τρέχον
έτος, ωστόσο, η Ελλάδα θα εξαιρεθεί από την εκπλήρωση του στόχου του
πρωτογενούς πλεονάσματος της ΕΕ ύψους 3,5% του ΑΕΠ.


Ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ θα εκτοξευθεί κατά τη βρετανική τράπεζα στο
191,8% φέτος από 176,1% το 2019, η ανεργία θα βρεθεί στο 19,4% από 17,3%
πέρσι, ενώ σημαντικό θα είναι και το “χτύπημα” στις επενδύσεις οι
οποίες είχαν αρχίσει να ανακάμπτουν το 2019 και συγκεκριμένα εκτιμά ότι
θα σημειώσουν μείωση 6,8% φέτος από ανάπτυξη 4,6% πέρσι.

Ο κλάδος που θα
επηρεαστεί το περισσότερο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, είναι ο
τουρισμός, ενώ έντονες διαταραχές θα βιώσουν η ναυτιλία και ο
μεταποιητικός τομέας. 


Όπως σημειώνει η HSBC,  μετά από μια οδυνηρή δεκαετία, τα πράγματα
είχαν αρχίσει να βελτιώνονται για την Ελλάδα.

Παρά τη συρρίκνωση του ΑΕΠ
στο τέταρτο τρίμηνο του 2019 κατά 0,7% σε τριμηνιαία βάση, η οποία
φαίνεται να οφείλεται κυρίως στις αυξανόμενες εισαγωγές λόγω της πολύ
έντονης αύξησης των επενδύσεων, η ελληνική οικονομία σημείωσε ανάπτυξη
1,9% το 2019 για δεύτερη συνεχή χρονιά.


Το 2019 ήταν επίσης ένα έτος-ρεκόρ για τις ξένες άμεσες επενδύσεις, με
την κυβέρνηση να συνεχίζει το σχέδιο ιδιωτικοποιήσεων.

Οι δείκτες
εμπιστοσύνης ξεκίνησαν το έτος έντονα, με την καταναλωτική εμπιστοσύνη
να φτάνει σε υψηλό 20 ετών τον Φεβρουάριο.

Η κυβέρνηση παρέμεινε
δεσμευμένη στις μεταρρυθμίσεις . ξεπάγωμα των επενδυτικών σχεδίων
και έθεσε έναν φιλόδοξο και όχι εντελώς μη ρεαλιστικό, στόχο ανάπτυξης
4%.


Ωστόσο, όπως είχε υπογραμμίσει η HSBC και σε πρόσφατη έκθεσή της, ο
κύριος κίνδυνος για τις προοπτικές ανάπτυξης ήταν το ξέσπασμα του
COVID-19. Πράγματι, αυτό συνέβη, παρά τα σχετικά χαμηλά κρούσματα. Η
κυβέρνηση επέβαλε όλο και πιο σκληρά μέτρα περιορισμού και από τις 23
Μαρτίου, η χώρα είναι σε σχεδόν πλήρες lockdown.


Ο κλάδος που θα επηρεαστεί το περισσότερο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα,
είναι ο τουρισμός.

Τα έσοδα από τον τουρισμό αντιπροσωπεύουν σχεδόν το
10% του ΑΕΠ και ο κλάδος συνολικά συμβάλει στο 20% σχεδόν της οικονομίας
και τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται σε διψήφια ποσοστά.

Μία μείωση των
αφίξεων των τουριστών κατά 50% θα μπορούσαν να αφαιρέσουν από το ΑΕΠ
τουλάχιστον 5%, όπως εκτιμά η HSBC.


Ωστόσο, η Ελλάδα έχει σχετικά αργή χρονικά τουριστική περίοδο σε
σύγκριση με άλλες χώρες: περισσότερο από το 85% των τουριστών φτάνουν
από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο.

Οπότε εάν καταργηθούν όλοι οι
ταξιδιωτικοί περιορισμοί τον Μάιο, όπως αναμένει η HSBC, δεν θα έχει
χαθεί σημαντικό μέρος του “παιχνιδιού” στον τουρισμό, αν και ίσως
χρειαστεί λίγος χρόνος για να ξαναγυρίσουν οι ξένοι τουρίστες στις
ελληνικές παραλίες και τα νησιά.

Επομένως, ίσως η πλήρης ανάκαμψη του
τουρισμού έρθει το 2021. 


Όπως τονίζει η HSBC, η πανδημία θα μπορούσε επίσης να πλήξει την
οικονομία μέσω άλλων καναλιών:

η εμπιστοσύνη των καταναλωτών μειώθηκε σε
χαμηλά επίπεδα οκτώ μηνών τον Μάρτιο, ενώ οι διαταραχές στα logistics
και στην αλυσίδα εφοδιασμού είναι πιθανόν να πλήξουν τη ναυτιλία και τον
μεταποιητικό τομέα (οι δείκτες PMI σημείωσαν πτώση 13,7% στο 42,5 τον
Μάρτιο, και θα μπορούσε να ξεπεράσει το χαμηλό του Ιουλίου 2015 του
30,3).

Σε αυτό το πλαίσιο, η HSBC αναμένει ότι η οικονομία θα
συρρικνωθεί κατά 6,0% φέτος (από ανάπτυξη 2,3% που ανέμενε πριν) και στη
συνέχεια θα ανακάμψει το 2021, με ανάπτυξη 5,8% (από 2,1% που ανέμενε
πριν).

Πιθανοί κίνδυνοι

Η ΕΚΤ έδωσε στην Ελλάδα ένα μεγάλο χέρι βοήθειας αποφασίζοντας να
αγοράσει ελληνικά κρατικά ομόλογα στο πλαίσιο του έκτακτου προγράμματος
πανδημίας (PEPP), παρόλο που η Ελλάδα εξακολουθεί να μην έχει επενδυτική
βαθμίδα, σημειώνει η HSBC και αναμένει από την ΕΚΤ να αγοράσει περίπου
12 δισ. ελληνικά κρατικά ομόλογα, καλύπτοντας το επιπλέον έλλειμμα για
το τρέχον έτος λόγω της πανδημίας.


Αλλά μόλις η κρίση τελειώσει, η Ελλάδα θα πρέπει να ξαναχρηματοδοτήσει
το χρέος της.

Τα υψηλότερα επίπεδα χρέους θα μπορούσαν να καθυστερήσουν
τις προοπτικές για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Ο τραπεζικός
κλάδος – ο οποίος εξακολουθεί να είναι σχετικά εύθραυστος σε αυτή την
κρίση – θα μπορούσε να αποτελέσει πρόσθετο παράγοντα κινδύνου.


Τουλάχιστον τα υψηλά διαθέσιμα ρευστότητας της κυβέρνησης (32 δισ.
ευρώ, 16% του ΑΕΠ) σημαίνουν ότι η χώρα χρηματοδοτείται πλήρως
τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 2021 – ή περισσότερο εάν η Ελλάδα
επανέλθει σε σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα από το επόμενο έτος.


Εάν χρειαστεί, η Ελλάδα θα μπορεί επίσης να έχει πρόσβαση σε πιστωτικές
γραμμές από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας υπό σχετικά ελαφρές
προϋποθέσεις, πράγμα που θα μπορούσε να σημαίνει και πρόσβαση στο QE.

Επίσης, η σχετικά άνετη πλειοψηφία της νέας κυβέρνησης (158 βουλευτές
στο κοινοβούλιο των 300 εδρών) μειώνει τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας.

Της Ελευθερίας Κούρταλη
capital.gr

Πηγή http://politika-gr.blogspot.com/2020/04/6-15-hsbc-2020.html