Real opinions

Όλη η Ελλάδα προσκυνά σώβρακα και φανέλες;

Μετά την τραγωδία του Χέυζελ το 1985 η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης Λέο Μπρίταν πρώτα πίεσαν την αγγλική ομοσπονδία ώστε να αποσύρει τις ομάδες της για 5 χρόνια από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και στη συνέχεια έβαλαν τις βάσεις για την εξάλειψη ενός από τους πιο βάρβαρους χουλιγκανισμούς της υφηλίου, του βρετανικού. 


Η αναμόρφωση του ποδοσφαίρου, αυτού του λαοφιλούς και παραδοσιακού για το Ηνωμένο Βασίλειο αθλήματος, ήταν μια ισχυρή πολιτική επιλογή που δικαιώθηκε εκ του αποτελέσματος.

Όταν το 2006 το σκάνδαλο Calciopolis με τα στημένα παιχνίδια του πρωταθλήματος ταρακουνούσε συθέμελα το ιταλικό ποδοσφαιρικό στερέωμα, η ιταλική δικαιοσύνη δεν χαρίστηκε σε κανέναν. Αφαίρεσε τα δύο τελευταία πρωταθλήματα και έριξε στη Β΄ κατηγορία τη Γιουβέντους, ο διευθυντής της οποία είχε στήσει το μεγάλο κόλπο (σύστημα Μότζι). Μαζί με τη Γιούβε τιμωρήθηκαν με μικρότερες ποινές η Μίλαν, η Φιορεντίνα και η Λάτσιο, θρυλικές ομάδες τόσο του ιταλικού όσο και του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Ο Μότζι κάθισε 18 μήνες στη φυλακή. Οι συγκρίσεις με τα καθ’ ημάς καλόν είναι να αποφεύγονται.

Και στις δύο αυτές χαρακτηριστικές ποδοσφαιρικές ιστορίες οι αρχές ήταν άτεγκτες.

Δεν λογάριασαν ούτε τη δύναμη των ομάδων, ούτε την ιστορικότητα, ούτε το πολιτικό κόστος. Εφάρμοσαν τον νόμο.

Όχι φυσικά λόγω ηθικών αρχών, αλλά διότι κινδύνευε ένα διεθνώς εμπορεύσιμο προϊόν της χώρας τους με μεγάλη προστιθέμενη αξία, το ποδόσφαιρο.

Τόσο στη Μεγάλη Βρετανία όσο και στην Ιταλία τζιράρονται γύρω από την μπάλα πολλά εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο.

Η εικόνα των χωρών ταξιδεύει μέσω και αυτής σε ολόκληρο τον κόσμο εγγράφοντας διεθνή πολιτιστικά ένσημα. Η αυστηρότητα που έδειξαν έστελνε το μήνυμα ότι τα κράτη θα διαφυλάξουν με κάθε τίμημα την αξιοπιστία του προϊόντος τους.

Και οι φίλαθλοι, οι οπαδοί, οι ψηφοφόροι ακόμα και οι χούλιγκανς δεν είπαν κουβέντα.

Ούτε η κυβέρνηση έπεσε, ούτε η χώρα κόπηκε στα δύο, ούτε κινδύνευσε η κοινωνική συνοχή.

Γιατί οι πολίτες κατάλαβαν ότι αυτά που είχαν να χάσουν λόγω φθοράς του εμβληματικού προϊόντος ήταν πολλαπλάσια από μια πτώση στη Β΄ Εθνική, ακόμα και της Γιούβε.

Στην Ελλάδα τα πράγματα βρίσκονται στο άλλο άκρο.

Εδώ παίζουμε κάτι σαν ποδόσφαιρο, με κανόνες που δεν εφαρμόζονται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, με διαιτητές που δεν βλέπουν όταν δεν θέλουν να δουν, με νόμους λάστιχο και με διοικήσεις που προσομοιάζουν με βαλκανικές φαμίλιες.

Ο ισχυρός κερδίζει ακόμα και όταν δεν μπορεί, και ο αδύναμος χάνει πάντα αλλά είναι απαραίτητος για να γίνεται παιχνίδι.

Οι εκπλήξεις απαγορεύονται διά νόμου.

Οι έλληνες επιχειρηματίες που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, αν και επιτυχημένοι στον κλάδο τους, δεν το είδαν ποτέ ως εμπορεύσιμο προϊόν, ούτε φυσικά ως άθλημα.

Το είδαν και το βλέπουν αποκλειστικά ως πηγή πολιτικής ισχύος. 

Μέσω αυτού και της φήμης που τους εξασφαλίζει αλλά και μέσω των στρατών των οπαδών που μπορούν να κινητοποιούν ασκούν πίεση στην εκάστοτε κυβέρνηση και προωθούν τα συμφέροντά τους σε τομείς άσχετους με την μπάλα.

Το πελατειακό κράτος είναι ο προνομιακός γι’ αυτούς χώρος. Εκβιάζουν την κοινωνική συνοχή και κάνουν τις δουλειές τους. 

Και γι’ αυτό δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να το εξυγιάνουν. Δεν όρισαν ποτέ σταθερούς κανόνες παιχνιδιού ούτε τα βρήκαν μεταξύ τους.

Αντιθέτως συντηρώντας αυτή την ποδοσφαιρική ύβρη πετυχαίνουν καλύτερα τους σκοπούς τους.

Με το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν ασχολείται κανείς στον κόσμο, σχεδόν ούτε οι Έλληνες. Διότι όχι μόνο προσφέρει συνήθως κακό και βαρετό θέαμα αλλά είναι και παντελώς αναξιόπιστο.

Η ευκαιρία που είχαμε να αναμορφώσουμε το άθλημα μετά τη συγκυριακή επιτυχία του 2004 πήγε χαμένη. Όχι λόγω ολιγωρίας ή αστοχίας, αλλά λόγω επιλογής.

Οι ασχολούμενοι με το άθλημα δεν θέλουν ποιότητα, αντιθέτως θέλουν ευτέλεια και βία, πολλή βία.

Με το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα ασχολούνται «σοβαρά» μόνο οι χούλιγκανς μιας και έχουν ανάλογη προς αυτό ποιότητα.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα θεωρείται αυτοδιοικούμενο. 

Ότι λειτουργεί με διεθνείς και ευρωπαϊκούς κανόνες, όταν τα υποτιθέμενα ανεξάρτητα όργανα θεωρούνται φέουδα του ενός ή του άλλου μεγαλοπαράγοντα ή πεδία άγριου ανταγωνισμού με όρους δυσώδους και σκοτεινής νύκτας.

Στην πρόσφατη υπόθεση πολυϊδιοκτησίας, ο νόμος προβλέπει τον υποβιβασμό των ΠΑΟΚ και Ξάνθης, που η Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού (ΕΕΑ) έκρινε ότι έχουν το ίδιο αφεντικό πράγμα που φυσικά απαγορεύεται.

Η κυβέρνηση ως μη όφειλε ανακατεύτηκε αλλάζοντας εκ των υστέρων με τροπολογία τον νόμο για να μην πέσει ο ιστορικός ΠΑΟΚ στη Β΄ εθνική και διαταραχτεί η κοινωνική συνοχή, όπως είπε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.

Η νέα προβλεπόμενη ποινή είναι η αφαίρεση 5-10 βαθμών, που φυσικά δεν γίνεται αποδεκτή από τον ΠΑΟΚ μιας και τον βγάζει έξω από τη διεκδίκηση του πρωταθλήματος, ενώ είναι αμφίβολο αν η UEFA και η FIFA δέχονται τις αλλαγές του νόμου στη μέση της αγωνιστικής περιόδου.

Και έτσι μείναμε να περιμένουμε το μνημόνιο των ξένων και πάλι με το οποίο πρέπει να συμμορφωθούν οι οπλαρχηγοί του ποδοσφαίρου, διαφορετικά, όπως είπε ο Κ. Μητσοτάκης στη Βουλή, θα διακοπεί το πρωτάθλημα. Τι συμφορά μας βρήκε!

Αστεία πράγματα, θα μου πείτε, και ποιον ενδιαφέρουν, ποιος νοιάζεται και ποιος φοβάται την οργή των χουλιγκάνων;

Και όμως η κυβέρνηση φαίνεται να την υπολογίζει και γι’ αυτό εξάλλου γλύκανε τον νόμο για να μην ξεσηκωθεί ο κόσμος του ΠΑΟΚ και μειωθεί η επιρροή της στη Βόρειο Ελλάδα. Μπορεί και να έχει δίκιο.

Αλλά μην τρελαθούμε.

Όταν το πρόταγμα είναι ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας και η κανονικότητα της πολιτικής ζωής δεν μπορεί μια ποδοσφαιρική υπόθεση να διαταράσσει την πορεία αλλά και να τραυματίζει την αξιοπιστία της κυβέρνησης.

Δεν γίνεται να κάνεις τον νόμο «αβαβά», να βγάζεις τροπολογία από το πουθενά και μετά να φωνάζεις τους διεθνείς θεσμούς να καθαρίσουν.

Μπορεί η κίνηση της κυβέρνησης να είχε πρόθεση εκτόνωσης της κατάστασης, αλλά οι αντιμαχόμενοι καταλαβαίνουν μόνο από πίεση μιας και αυτή τους συντηρεί.

Διότι οι οπαδοί τους καταλαβαίνουν μόνο από βία. 

Ο χώρος του ελληνικού ποδοσφαίρου είναι ένα πεδίο ευδοκίμησης της βίας. Σχεδόν αποκλειστικά, μιας και σοβαρή μπάλα δεν βλέπεις.

Έτσι του βουλευτή της ΝΔ Σταύρου Καλαφάτη του βανδαλίζουν οι παοκτζήδες χουλιγκάνοι το γραφείο, αλλά αυτός δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να διωχθούν οι προσαχθέντες. Αντιλαμβάνεται την αγάπη για την ομάδα τους, αλλά ζητά να μείνουν όλοι ψύχραιμοι.

Δηλαδή, η οπαδική τυφλότητα ανάγεται σε αρετή. 

Αν, κύριε βουλευτά, καταλαβαίνεις την αγάπη των χουλιγκάνων για την ομάδα τους αλλά καταδικάζεις τους βανδαλισμούς, τότε δεν θα πρέπει και να δυσφορείς με τους αριστερούς πολιτικούς που επίσης καταλαβαίνουν το μίσος των αναρχικών για το αστικό κράτος ενώ καταδικάζουν τις δικές τους βίαιες ενέργειες.

Γιατί ο χουλιγκάνος είναι τρομοκράτης και εσύ δείχνεις να υποχωρείς απέναντί του. Μαζί σου υποχωρεί και η πολιτεία και χρόνια τώρα φωνάζουμε ότι δεν πρέπει καμία ανοχή στη βία. Και η χουλιγκάνικη βία είναι βία εξόχως πολιτική. Διότι θέλει να επιβάλει το δικό της στις ρυθμίσεις και τους νόμους της πολιτείας με το έτσι θέλω.

Το πρώτο πράγμα που έχει να κάνει η κυβέρνηση μόλις κατακάτσει ο κουρνιαχτός είναι να διαχωρίσει οριστικά και ολοκληρωμένα το κράτος από το ποδόσφαιρο. Καμιά διευκόλυνση, καμιά επιδότηση, καμιά ανάμειξη στα τηλεοπτικά δικαιώματα.

Κανένα ευρώ φορολογούμενου πολίτη στα χέρια των ιδιοκτητών των ΠΑΕ.

Όταν μιλάει για αυτοδιοίκητο πρέπει και να το εννοεί. Ας αφήσει τους διεθνείς οργανισμούς να καθορίσουν τους όρους του παιχνιδιού. Και κυρίως, ας αφήσει τους παράγοντες να οδηγήσουν μόνοι τους το επαγγελματικό ποδόσφαιρο στην πλήρη απαξίωση ή στην ανάκαμψη.

Αν η αγορά θέλει σύγχρονο ελληνικό ποδόσφαιρο θα βρει και τρόπο να το αποκτήσει.

Αν όχι, αυτό θα σωπάσει για πάντα ή θα επιβιώνει ως πεδίο ανταγωνισμού επιχειρηματιών.

Στην όμορφη πατρίδα μας μια τέτοια απίθανη γελοιότητα, όπως το εγχώριο ποδόσφαιρο, πρέπει να μας προκαλεί αφόρητη πλήξη και όχι φόβο ότι μπορεί και να μας πνίξει.

Κανείς δεν θα καταλάβει τη διακοπή του πρωταθλήματος. Οι χουλιγκάνοι είναι ικανοί να πλακώνονται στους αγώνες πινγκ πονγκ. 

Οι φίλαθλοι ας πηγαίνουν τα απογεύματα της Κυριακής στα γήπεδα της Β΄ εθνικής ή ας απολαμβάνουν τα παιδιά τους στο 5×5. Οι υπόλοιποι έχουμε σοβαρότερα πράγματα να κάνουμε.

Όχι, όλη η Ελλάδα δεν προσκυνά ούτε σώβρακα, ούτε φανέλες, αλλά ούτε και βαλκανικές μαφίες.

Λεωνίδας Καστανάς
athensvoice.gr

Πηγή http://politika-gr.blogspot.com/2020/02/blog-post_83.html

Popular

To Top