Οικονομία

Έφτιαξαν φορολογικό σύστημα – τέρας

Η Ελλάδα, με έμφαση τα τελευταία χρόνια, κατάφερε να συγκεντρώσει τους απαιτούμενους –ή και περισσότερους από τους απαιτούμενους– φόρους με τον πιο ανορθόδοξο, άδικο και αντιοικονομικό τρόπο που υπάρχει. 
Ποιος είναι αυτός; Η φορολογική βάση είναι πολύ περιορισμένη, δηλαδή πληρώνουν ελάχιστοι τους φόρους.

Και αντί να διευρυνθεί η φορολογική βάση, δηλαδή να πληρώνουν περισσότεροι, αυξάνονται οι φορολογικοί συντελεστές σε αυτή την περιορισμένη φορολογική βάση, οδηγώντας τους στη φορολογική εξόντωση.

Την ίδια ώρα, φορολογήθηκε και οποιαδήποτε μορφή κατανάλωσης, ακόμα και ο καφές και οι υπηρεσίες πρόσβασης στο Διαδίκτυο. Του λόγου το αληθές αποδεικνύουν τα στατιστικά στοιχεία ανάλυσης των φορολογικών εσόδων για μια σειρά από φορολογίες.

Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο πρόσφατο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών ήταν αυτό που παρουσίασε εκπρόσωπος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών: ο ένας στους οκτώ φορολογουμένους πληρώνει τα εννέα από τα δέκα ευρώ φόρου εισοδήματος.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, περίπου 1.000.000 φορολογούμενοι πληρώνουν το 92% των κρατικών εσόδων από τον φόρο εισοδήματος. Άλλοι 2.600.000 πληρώνουν το υπόλοιπο 8% των εσόδων από τον φόρο εισοδήματος, ενώ 5.100.000 φορολογούμενοι δεν πληρώνουν ούτε ένα ευρώ φόρο.

Αν δεν είναι αυτό ο ορισμός της στρέβλωσης, τότε τι άλλο θα μπορούσε να είναι;

Όπως σημειώνουν φοροτεχνικοί, η παραπάνω παράλογη εικόνα της πληρωμής των φόρων είναι αποτέλεσμα των εξής παραμέτρων:

– Το αφορολόγητο όριο των μισθωτών και συνταξιούχων είναι υψηλό σε σχέση με τα δηλούμενα εισοδήματα από αυτή την πηγή, με αποτέλεσμα η πλειονότητα των μισθωτών και συνταξιούχων να μην επιβαρύνεται ούτε με ένα ευρώ φόρου. Με αυτό το δεδομένο, έχει ζητήσει και έχει επιβάλει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τη μείωση του αφορολόγητου ορίου από το 2020, από τα περίπου 8.500 ευρώ στα περίπου 5.500 ευρώ.

– Το δεύτερο, αλλά ίσως πιο σημαντικό, είναι, όπως τονίζουν στελέχη των ελεγκτικών υπηρεσιών της φορολογικής διοίκησης, η μεγάλη φοροδιαφυγή που καταγράφεται στους ελεύθερους επαγγελματίες κυρίως μικρού και μεσαίου εισοδήματος.

Ολόκληροι επαγγελματικοί κλάδοι, σύμφωνα και με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, αποκρύπτουν έως και το 85% του πραγματικού τους εισοδήματος.

Η αντίδραση της ελληνικής Πολιτείας σε αυτό ήταν να καταργήσει το αφορολόγητο όριο στο εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, να θεσπίσει ενιαίο τέλος επιτηδεύματος 650 ευρώ για όλους και να προσπαθήσει να περάσει περισσότερες συναλλαγές τους μέσω του τραπεζικού συστήματος με κίνητρα για την αύξηση της χρήσης του «πλαστικού» χρήματος.

Το ουσιαστικό αποτέλεσμα της πρώτης παρέμβασης ήταν να πληρώνουν σημαντικό φόρο ελεύθεροι επαγγελματίες που δεν φοροδιαφεύγουν και όσοι αποκρύπτουν μεγάλο μέρος των εισοδημάτων τους να πληρώσουν απλώς ένα συμβολικό, σε σχέση με το πραγματικό τους εισόδημα, φόρο. Μάλιστα, με την αύξηση των φορολογικών συντελεστών που έγινε το 2017, αυξήθηκε ουσιαστικά η φορολογική επιβάρυνση αυτών που δηλώνουν και πληρώνουν, κάνοντας το φορολογικό σύστημα κίνητρο για φοροδιαφυγή ακόμα και για αυτούς.

Η υψηλή φοροδιαφυγή στις τάξεις των ελεύθερων επαγγελματιών σε μια χώρα που παρουσιάζει το πρόβλημα του υπερεπαγγελματισμού, δηλαδή μεγάλου συγκριτικά αριθμού αυτοαπασχολούμενων, αποτυπώνεται στον τρόπο που συλλέγονται τα φορολογικά έσοδα.

Τα έσοδα από την άμεση φορολογία, δηλαδή κατά κύριο λόγο από τη φορολογία εισοδήματος, είναι στην Ελλάδα από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Αρχής, τα φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα από την άμεση φορολογία αποτελούν το 10,1% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των «28» ήταν 13,1% και στην Ευρωζώνη 13,1%.

Τα φορολογικά έσοδα, όμως, για μια χώρα που θέλει να διατηρεί ένα μεγάλο κράτος είναι απαραίτητα και πρέπει να βρεθούν. Και βρίσκονται από την εύκολη λύση.

Την αύξηση της φορολογίας στην κατανάλωση, δηλαδή στην έμμεση φορολογία. Στο πεδίο αυτό η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις.

Τα έσοδα από την έμμεση φορολογία βρίσκονται στην Ελλάδα στο 17,3% του ΑΕΠ, ενώ ο μέρος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των «28» είναι 13,5% και στην Ευρωζώνη 13,2%.

Όπως αποδεικνύουν δηλαδή ανάγλυφα τα παραπάνω στοιχεία, τα περίπου 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ από τους άμεσους φόρους που εισπράττει λιγότερα το υπουργείο Οικονομικών τα βρίσκει με εξοντωτική έμμεση φορολογία, όπως είναι οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης.

Μάλιστα, το τραγικό είναι ότι και το 10,1% του ΑΕΠ, ή περίπου 18 δισεκατομμύρια ευρώ, που εισπράττει το Δημόσιο από την άμεση φορολογία το εισπράττει από λίγους, δηλαδή όσους δεν μπορούν να αποκρύψουν εισοδήματα.

Η μεταφορά του φορολογικού βάρους του φόρου εισοδήματος σε λίγους, σε συνδυασμό με την εξοντωτική έμμεση φορολογία, έχει δημιουργήσει, όπως σημειώθηκε, ένα φορολογικό σύστημα – τέρας, που δεν δίνει κίνητρο για δημιουργία και εργασία, τιμωρεί ανελέητα του ειλικρινείς φορολογούμενους αντιμετωπίζοντάς τους ως κορόιδα και την ίδια ώρα δίνει πολύ μεγάλα κίνητρα για φοροδιαφυγή λόγω των πολύ υψηλών φορολογικών συντελεστών.

Η λύση έχει αναλυθεί πολλάκις στις εκθέσεις των «θεσμών» για το φορολογικό σύστημα: διεύρυνση της φορολογικής βάσης προκειμένου να πληρώνουν περισσότεροι φόρο, δικαιότερο μοίρασμα του φορολογικού βάρος και παράλληλη μείωση των ονομαστικών φορολογικών συντελεστών για να υπάρχει κίνητρο για εργασία και δήλωση εισοδημάτων.

Επιχειρήσεις

Εξίσου ανορθόδοξη και άδικη είναι και η λειτουργία της φορολογίας των επιχειρήσεων.

Στη φορολογία εισοδήματος των νομικών προσώπων, η Ελλάδα με 50,7% συνολικό φορολογικό συντελεστή (συμπεριλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης) ξεπερνά σημαντικά τον μέσο όρο των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ (40,9%), καθώς και χώρες με υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και υψηλότερη φορολογία εταιρικών κερδών, όπως η Γερμανία.

Μάλιστα, τους φόρους εισοδήματος των επιχειρήσεων πληρώνουν πολύ λίγες επιχειρήσεις.

Περίπου 11.250 επιχειρήσεις, δηλαδή μόλις το 4,5% από τα συνολικά 250.000 νομικά πρόσωπα, καταβάλλουν τα 2,9 από τα 3,5 δισ. ευρώ φόρων εισοδήματος νομικών προσώπων.

Ο ΕΝΦΙΑ

Ακόμα και ο ΕΝΦΙΑ είναι ένας εξαιρετικά άδικος φόρος, διότι τον πληρώνουν κατά κύριο λόγο λίγοι.

Συνολικά οι φορολογούμενοι – φυσικά πρόσωπα που έχουν κάποιο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο ανέρχονται σε 5,88 εκατομμύρια ευρώ.

Οι φορολογούμενοι που έχουν συνολική αξία ακίνητης ιδιοκτησίας έως 60.000 ευρώ, δηλαδή οι πιο μικροί ιδιοκτήτες, πληρώνουν το 23,5% του συνολικού φόρου.

Με άλλα λόγια, το 59% των ιδιοκτητών πληρώνει μόλις το 23,5% του φόρου.

Οι ιδιοκτήτες που έχουν περιουσία συνολικής αντικειμενικής αξίας από 100.000 έως 500.000 ευρώ ανέρχονται σε 1.263.078. Πρόκειται για το 21,4% των ιδιοκτητών και μπορούν να χαρακτηριστούν ως η μεσαία τάξη της ακίνητης ιδιοκτησίας. Αυτή η ομάδα ιδιοκτητών πληρώνει συνολικά 40,3% του ετήσιου ΕΝΦΙΑ.

Μόλις το 1,2% των ιδιοκτητών ή 78.399 ιδιοκτήτες έχουν ακίνητη περιουσία αντικειμενικής αξίας άνω των 500.000 ευρώ και πληρώνουν συνολικά το 20% του ετήσιου ΕΝΦΙΑ.

Δηλαδή το ένα τρίτο των ιδιοκτητών πληρώνει τα δύο τρίτα του ΕΝΦΙΑ.

Του Σπύρου Δημητρέλη
capital.gr

Πηγή

Popular

To Top