Politics

Ο έρωτας του Τσακαλώτου

Εχει λοιπόν χιούμορ. 

Αποστομώνει τους αντιπάλους του λέγοντάς τους ότι έβαλαν τον πήχυ τόσο χαμηλά ώστε ακόμη και μια φυματική σαρανταποδαρούσα φορτωμένη με ψώνια και με πρόβλημα μηνίσκου στα 38 της πόδια θα μπορούσε να τον περάσει.

Βάζει στη θέση τους τούς συνομιλητές του εξομολογούμενος ότι κι αυτός θα ήθελε να βγει με τη Σκάρλετ Γιόχανσον. Για όσους δεν κατάλαβαν πρόκειται για σωκρατικής εμπνεύσεως αποστροφή που διδάσκει ότι δεν μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις.

Τέλος, ακόμη κι όταν μιλάει σοβαρά, καταφέρνει να προκαλεί γέλιο στους ακροατές του, όπως με το πρόσφατο «χρονοντούπαλο» και τον χαρακτηρισμό των δύο κορών του βασιλιά Ληρ ως μπαγαπόντης, ή μπαγαπόντες – κάτι τέτοιο στο περίπου εν πάση περιπτώσει.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι χιουμορίστας χωρίς να έχει ανάγκη από το χιούμορ του.

Ο ίδιος είναι πιο αστείος από τα αστεία του. 

Οχι επειδή έχει κάποιο φυσικό χαρακτηριστικό, απ’ αυτά που διευκολύνουν τους γελοιογράφους.

Ούτε επειδή δεν ξέρει πού να βάλει τα χέρια του όταν ανακρούεται ο εθνικός ύμνος, όπως ο Τσίπρας, ή ντύνεται αεροπόρος, όπως ο Καμμένος. 

Γίνεται αστείος με τον τρόπο που μιλάει.

Οι λέξεις της ελληνικής βγαίνουν από το στόμα του σαν να τον κάνουν να υποφέρει και για να τις εκδικηθεί τις κάνει να υποφέρουν.

Σχέση ερωτική που λένε.

Δύο είναι τα ερωτήματα. 

Το πρώτο αφορά τη θητεία του στο ελληνικό πανεπιστήμιο, όπου δίδασκε πριν γίνει γνωστός στο πανελλήνιο ως ο μακροβιότερος μνημονιακός υπουργός Οικονομικών. Σε ποια γλώσσα δίδασκε;

Η επάρκεια της γλωσσικής έκφρασης είναι απαραίτητη για τη μετάδοση της γνώσης. Είτε μιλάς για αστροφυσική, είτε για οικονομικά, είτε για τον Πλάτωνα χρειάζεσαι μία τουλάχιστον γλώσσα για να μπορείς να εκφραστείς.

Αναρωτιέμαι τι έμαθαν οι φοιτητές του ακούγοντας την τσακαλωτική. 

Ισως ότι ο καπιταλισμός είναι μπαγαπόντης.

Το δεύτερο αφορά την πολιτική του σταδιοδρομία.

Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος ο οποίος θέλει να εμπλακεί ενεργά στα πράγματα της δημοκρατίας να μη φροντίσει να επεξεργαστεί το κατ’ εξοχήν εργαλείο της, τον λόγο.

Αδιαφορία; Ιδεολογική στρέβλωση του αριστερού, ο οποίος πιστεύει ότι κατέχει την αλήθεια οπότε οι λέξεις περισσεύουν;

Και η απαραίτητη δόση αλαζονείας του ευρωπαϊκού προϊόντος που θεωρεί ότι τα ελληνικά είναι επαρχιακή γλώσσα με την οποία δεν πολυαξίζει να ασχολείσαι.

Περιφρόνηση για τη γλώσσα την οποία μιλούν οι ψηφοφόροι του, άρα περιφρόνηση για τη δημοκρατία.

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
kathimerini.gr

Πηγή

Popular

To Top