Διεθνείς Σχέσεις

Γιατί ο Trump αγνοεί την Ευρώπη

Η Ευρώπη αντέδρασε γρήγορα και με μεγάλη οργή στην απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, την περασμένη εβδομάδα να αποσυρθεί από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν.


Το πρόβλημα δεν είναι απλά ότι η διοίκηση του Trump υπονόμευσε ένα από τα χαρακτηριστικά επιτεύγματα της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, αλλά ότι η εγγενής αστάθειά του, η μη προβλεψιμότητά του και πάνω από όλα η έλλειψη δέσμευσής του στην διατλαντική συμμαχία, σημαίνουν ότι οποιαδήποτε πράξη αμερικανικής διαταραχής είναι τώρα δυνατή.

Η δίκαιη αγανάκτηση είναι η ρητορική της περιόδου αυτής, και οι προβλέψεις περί θανάτου της διατλαντικής συμμαχίας αφθονούν.

Αλλά οι θρήνοι και η αγανάκτηση δεν φτάνουν να γίνουν στρατηγική. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι Ευρωπαίοι είναι θυμωμένοι, αλλά αν θα κάνουν τίποτα ως απάντηση στις ενέργειες του Trump. Η απάντηση είναι πιθανότατα όχι.

ΚΛΗΣΗ ΣΤΑ ΟΠΛΑ –ΞΑΝΑ

Η απόσυρση των ΗΠΑ από την ιρανική συμφωνία σίγουρα δίνει την αίσθηση μιας κρίσιμης στιγμής στις διατλαντικές σχέσεις. Για τους Ευρωπαίους, το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) [1], όπως είναι επίσημα γνωστή η συμφωνία, σηματοδότησε μια σπάνια περίπτωση στην οποία μια συντονισμένη προσπάθεια των Ευρωπαίων επηρέασε αποφασιστικά την απόφαση της Ουάσινγκτον για ένα κρίσιμο ζήτημα διεθνούς ασφάλειας.

Επομένως, η απόσυρση του Trump από την συμφωνία δεν αποτελεί απλώς απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα και την μη διάδοση [των πυρηνικών όπλων], αλλά και την απόρριψη της ιδέας ότι η Ευρώπη μπορεί να επηρεάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε δύσκολα ζητήματα ασφαλείας.

Η Ευρώπη έχει ενοποιηθεί γύρω από την καταδίκη της απόφασης του Trump.

Η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσαν κοινή δήλωση [2] εκφράζοντας την «λύπη και ανησυχία τους» και επιβεβαίωσαν την πρόθεσή τους να συνεχίσουν να τιμούν την συμφωνία.

Η ίδια η ΕΕ γρήγορα ακολούθησε [3] εκφράζοντας την απογοήτευσή της, και μέχρι στιγμής καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν δήλωσε ότι υποστηρίζει την απόφαση των ΗΠΑ.

Η αντίδραση στα μέσα ενημέρωσης ήταν ακόμη πιο δραματική.

Το τελευταίο τεύχος του γερμανικού ειδησεογραφικού περιοδικού Der Spiegel παρουσίασε μια γελοιογραφημένη εικόνα ενός αριστερού χεριού σε άσεμνη χειρονομία με την όψη του Trump ζωγραφισμένη στο μεσαίο δάχτυλο. Ένα σχετικό άρθρο στο τεύχος σημείωσε ότι «η σχέση [της Ευρώπης] με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί σήμερα να ονομάζεται φιλία» και υποστήριξε την ένταξη στην «αντίσταση ενάντια στην Αμερική».

Αυτός ο θυμός και η απογοήτευση είναι [αισθήματα] πραγματικά, αλλά δεν είναι καινούρια.

Ξεκινώντας από την εισβολή στο Σουέζ το 1956, η σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης μετατρέπεται σε «κρίση» μια ή δύο φορές κάθε δεκαετία.

Πράγματι, το 2015, κατά την διάρκεια των αλκυονίδων ημερών της διοίκησης Ομπάμα, το Der Spiegel χρησιμοποίησε παρόμοια γλώσσα, αφότου αποκαλύφθηκε ότι η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας (National Security Agency, NSA) [4] είχε παγιδεύσει το τηλέφωνο της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ. «Η γερμανο-αμερικανική φιλία δεν υπάρχει πια», έγραψε. «Η καγκελάριος πρέπει να δείξει στην Ουάσιγκτον ένα σαφές σημάδι αντίστασης. Η Γερμανία πρέπει να απελευθερωθεί από αυτό το σύμφωνο».

Γερμανοί αξιωματούχοι έστειλαν το μήνυμα σε παρασκηνιακές συναντήσεις ότι η συμμαχία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι η ίδια. Λίγους μήνες αργότερα ήταν η ίδια.

Οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ έχουν ακούσει αυτό το τροπάριο τόσες πολλές φορές που έχουν αναπτύξει μια στάση μάλλον απέχθειας απέναντι στην ευρωπαϊκή «αντίσταση».

Η άποψή τους φαίνεται να είναι ότι οι Ευρωπαίοι λένε όλων των ειδών τα πράγματα αλλά ποτέ δεν κάνουν τίποτα σε απάντηση, οπότε δεν είναι απαραίτητο η Ουάσινγκτον να δίνει μεγάλη προσοχή.

Ακόμη και κατά την διάρκεια της κρίσης του 2003 σχετικά με το Ιράκ [5], μια υποτιθέμενη λαμπερή στιγμή της ευρωπαϊκής αντίστασης, 14 μέλη της ΕΕ υποστήριζαν ενεργά τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Φυσικά, οι απογοητεύσεις αυξάνονται και τελικά θα έχουν σημασία.

Αλλά προτού επιβεβαιώσουμε με σιγουριά ότι «αυτή η φορά είναι διαφορετική», αξίζει να θυμόμαστε γιατί η συμμαχία έχει διατηρήσει αυτή την απογοητευτικά άνιση συμφωνία για τόσο πολύ καιρό.

ΤΗΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ

Η απλή απάντηση είναι ότι οι Ευρωπαίοι χρειάζονται την συμμαχία περισσότερο από τους Αμερικανούς. 

Για την Ευρώπη, η διατλαντική συμμαχία είναι ο βράχος για την σταθερότητά της σε έναν κατά τα άλλα συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο, και το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδόμησε την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση [6].

Οι κοινές αξίες και τα συμφέροντα, πολύ περισσότερο από όσο οι εξουσιαστικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα, κινητροδοτούν επίσης την σχέση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες όντως εκτιμούν την διατλαντική συμμαχία. Θέλουν βοήθεια σε διεθνή ζητήματα ασφάλειας όπως το Αφγανιστάν ή η Συρία, και οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ απολαμβάνουν σίγουρα να διακηρύσσουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ηγούνται του κόσμου.

Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζονται την ευρωπαϊκή συμμαχία για τη δική τους ασφάλεια. 

Όπως υπαινίχθηκε ο Trump πολλές φορές, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν απλά να απομακρυνθούν από την σχέση.

Θεωρητικά, οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν απλώς να ενωθούν και να εξασφαλίσουν την δική τους ασφάλεια. Συνδυασμένα, έχουν το ίδιο οικονομικό βάρος και στρατιωτική ισχύ με τις Ηνωμένες Πολιτείες και πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε από τους πιθανούς αντιπάλους τους, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας.

Στην πράξη, εξακολουθούν να προτιμούν να βασίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλειά τους, αντί να βασίζονται μεταξύ τους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, εξάλλου, είναι μια μακρινή δύναμη με μόνο ένα παροδικό ενδιαφέρον για τις εσωτερικές υποθέσεις της Ευρώπης.

Αντιθέτως, οι χώρες της ΕΕ εμπλέκονται βαθιά στις υποθέσεις η μια της άλλης -έχουν πολλές εσωτερικές διαμάχες που κυμαίνονται από το πώς να χειριστούν το κοινό τους νόμισμα μέχρι το πώς να διαχειριστούν τη μετανάστευση.

Κοιτάζουν προς την σχέση τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο για την ασφάλεια από εξωτερικές απειλές όπως η Ρωσία ή η τρομοκρατία, αλλά και για έναν πιθανό σύμμαχο στις εσωτερικές τους διαμάχες με άλλα κράτη της ΕΕ.

Έρευνες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τις Εξωτερικές Σχέσεις δείχνουν ότι τουλάχιστον 11 ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πιστεύουν ότι έχουν μια «ειδική σχέση» με τις Ηνωμένες Πολιτείες που τους προσφέρει πλεονεκτήματα που δεν μπορούν να αντλήσουν από τους Ευρωπαίους εταίρους τους.

Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βλέπουν προς την Ουάσιγκτον για προστασία όχι από την Ρωσία ούτε την τρομοκρατία, αλλά από τις αυστηρές οικονομικές πολιτικές της Γερμανίας [7].

Στην Πολωνία, η δυσπιστία της κυβέρνησης απέναντι στην ΕΕ και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα στην Γερμανία, είναι αισθητή ακόμη και όταν η Βαρσοβία βασιζόταν σε αυτές για οικονομική στήριξη. Η πολωνική κυβέρνηση δεν επιθυμεί να αυξήσει την εξάρτησή της με το να βασίζεται στους εταίρους της στην ΕΕ για προστασία από την Ρωσία. Η σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι, εν μέρει, μια στρατηγική διαφοροποίησης.

Εν ολίγοις, οι Ευρωπαίοι, συνεργαζόμενοι, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την δική τους ασφάλεια από εξωτερικές απειλές. Το πρόβλημα είναι ότι θέλουν επίσης πολιτική προστασία ο ένας έναντι του άλλου. Και μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να το προσφέρουν αυτό.

Αυτή η ασύμμετρη εξάρτηση βρίσκεται στην καρδιά της συμμαχίας [8] και σημαίνει ότι μέχρι τώρα οι Ευρωπαίοι έπρεπε να κάνουν ειρήνη με την διοίκηση του Trump.

Ναι, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συχνά καταφεύγουν σε ρητορικές ομοβροντίες που στοχεύουν στις πολυάριθμες αμαρτίες του Τραμπ.

Η Μέρκελ δήλωσε σε ένα προεκλογικό κοινό πριν από σχεδόν ένα χρόνο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν πλέον να αποτελέσουν στήριγμα και ότι «ήρθε η ώρα η Ευρώπη να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της».

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν πρόσφατα έκανε κήρυγμα στον Trump για την κλιματική αλλαγή ενώπιον του Κογκρέσου των ΗΠΑ. Αλλά πέρα από αυτές τις στάσεις σε θέματα αρχών, έχουν κάνει απολύτως ελάχιστα για να αντιμετωπίσουν τον Τραμπ.

Το αρχικό σχέδιο της Ευρώπης ήταν να στηριχθεί στην λεγόμενη θεωρία των «ενηλίκων μέσα στην αίθουσα» (adults-in-the-room theory) -την ιδέα ότι οι στρατηγοί και οι προσωπικότητες του ρεπουμπλικανικού κατεστημένου που περιέβαλλαν τον Trump τον πρώτο χρόνο [της θητείας] του θα αμβλύνουν τα χειρότερα ένστικτά του. Όπως έλεγε το σκεπτικό, ο Trump μπορεί να κάνει οποιαδήποτε λάθη στο Twitter, αλλά η πολιτική των ΗΠΑ προς την Ευρώπη [9] θα παραμείνει όπως ήταν πάντα, και οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να καταδικάζουν τα [όποια] αίσχη.

Οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ, όταν επισκέπτονταν την Ευρώπη, ενθάρρυναν αυτή την άποψη συμβουλεύοντας τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους να μην δίνουν σημασία στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών και τα tweets του, αλλά να κοιτάζουν την πολιτική.

Σε θέματα όπως η Ρωσία και το ΝΑΤΟ, οι αξιωματούχοι σημείωναν ότι η πολιτική των ΗΠΑ ακολούθησε την παραδοσιακή πορεία της ακόμη και όταν ο Trump αμφισβήτησε [αυτή] την ορθοδοξία στα κοινωνικά μέσα.

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ κρατά την διακήρυξη που δηλώνει την πρόθεσή του να αποσυρθεί από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, στις 8 Μαΐου 2018. JONATHAN ERNST / REUTERS
—————————————————————–

Τώρα, όμως, οι περισσότεροι «ενήλικες στο δωμάτιο» έχουν αποχωρήσει και ο Trump φαίνεται να βεβαιώνει περισσότερο την επιρροή του στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ενεπλάκησαν σε μια εκτεταμένη και συντονισμένη επίθεση γοητείας για να αποτρέψουν τον Trump από το να εγκαταλείψει το JCPOA. Προσέφεραν κάθε είδους παραχωρήσεις για την θέση του Τραμπ στην συμφωνία με το Ιράν και μέχρι που του προσέφεραν μια συνάντηση με την Βασίλισσα Ελισάβετ Β’.

Αλλά τελικά, όλη αυτή η κολακεία απλώς σηματοδότησε αδυναμία στα μάτια του Τραμπ και αγνόησε τις ικεσίες τους.

Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι έχουν επιλογές που θα μπορούσαν ενδεχομένως να στηρίξουν την συμφωνία με το Ιράν έναντι της αντίθεσης των ΗΠΑ.

Όπως πρότεινε ο Γάλλος υπουργός οικονομικών, Bruno Le Maire, η ΕΕ θα μπορούσε να θεσπίσει νομοθεσία παρεμπόδισης [10] για να προστατεύσει τις ευρωπαϊκές εταιρείες από τις δευτερεύουσες κυρώσεις των ΗΠΑ, ακόμη και να τις αποζημιώσει για απώλειες ή πρόστιμα.

Θα μπορούσε να επιδιώξει την δημιουργία ενός καθαρά ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού οίκου για να επιβλέπει τις συναλλαγές με το Ιράν σε ευρώ, προκειμένου να αποφευχθεί το δολάριο ΗΠΑ και το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Και θα μπορούσε να δημιουργήσει μια ευρωπαϊκή υπηρεσία ικανή να παρακολουθεί τις δραστηριότητες ξένων εταιρειών, όπως κάνει το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, για να τους επιτρέψει να προβούν σε αντίποινα εναντίον των αμερικανικών εταιρειών.

ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΑΖΑΡΙ

Ωστόσο, είναι απίθανο η Ευρώπη να επιδιώξει τέτοια σκληρά μέτρα. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες και ιδιαίτερα οι τράπεζες δεν θέλουν πράγματι την προστασία. Δεν εμπιστεύονται τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την προστασία τους και δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν να μπλεχτούν με τις αρχές των ΗΠΑ για μια σχετικά μικρή αγορά, όπως είναι το Ιράν.

Επιπλέον, από την στιγμή που η ηθική οργή εξασθενίσει, είναι δύσκολο να φανταστούμε να διατηρείται μια ευρωπαϊκή συναίνεση απέναντι σε μια συντονισμένη αντίθεση των ΗΠΑ. Η Πολωνία, με την βαθιά της αίσθηση της εξάρτησης από την εγγύηση ασφάλειας των ΗΠΑ, και το Ηνωμένο Βασίλειο με την απομόνωση που προκάλεσε το Brexit [11] φαίνονται προφανείς υποψήφιοι για αποστασία. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι -τα περισσότερα κράτη της ΕΕ χρειάζονται ακόμα, και επιθυμούν, την εγγύηση ασφάλειας των ΗΠΑ.

Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η διατλαντική συμμαχία πρέπει να βρει μια πιο ισορροπημένη συμφωνία προκειμένου να ευδοκιμήσει και να εξυπηρετήσει τις ανάγκες και των δύο πλευρών του Ατλαντικού. Διαφορετικά, η ευρωπαϊκή απογοήτευση και η αδιαφορία των ΗΠΑ θα διαβρώσουν τελικά την συνεργασία εκ των έσω.

Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις για αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών προϋπολογισμών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, οι μεγαλύτερες δαπάνες αποτελούν μόνο ένα μικρό κομμάτι αυτής της νέας συμφωνίας. Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η αναγνώριση από την ευρωπαϊκή πλευρά ότι σε θέματα όπως το Ιράν, οι Ευρωπαίοι έχουν συμφέροντα διαφορετικά από εκείνα των Αμερικανών και ότι μπορούν να τα προστατεύσουν μόνο με το να ενωθούν και να προχωρήσουν σε μια σκληρή διαπραγμάτευση με την Ουάσινγκτον.

Αυτό δεν σημαίνει ότι θα συμπαραταχθούν με την Ρωσία ή η την Κίνα έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά όντως σημαίνει ότι θα βλέπουν την συμμαχία με τους ίδιους γεωπολιτικούς όρους όπως και η Ουάσινγκτον.

Ωστόσο, από τώρα και στο εξής, υπάρχουν ελάχιστα σημάδια αυτής της μετατόπισης. Η τρομακτική αστάθεια του Τραμπ, οι αντι-συμμαχικοί κομπασμοί του και η τάση του να καταστρέψει τις ιερές διεθνείς συμφωνίες έχουν κάνει πολλά για να φέρουν τους Ευρωπαίους μαζί.

Ωστόσο, θα χρειαστεί να κάνει ακόμα περισσότερα προτού η Ευρώπη βρει την πολιτική βούληση να αντιδράσει.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2018-05-15/why-trump-can-…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/iran/2017-03-29/jcpoa-helps-iran…
[2] https://www.gov.uk/government/news/joint-statement-from-prime-minister-m…
[3] https://eeas.europa.eu/delegations/iran/44238/remarks-hrvp-mogherini-sta…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2014-04-17/reformi…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/iraq/2006-03-01/intelligence-pol…
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2017-11-30/europes-readin…
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/greece/2015-01-25/so-long-austerity
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-03-05/world-after-trump
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2018-01-18/trump-n…
[10] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2018-01-16/can-europe-sav…
[11] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2017-12-19/theres…

foreignaffairs.gr

Πηγή

Σχολίαστε

Popular

To Top