Οικονομία

Πισωγυρίσματα μετά τον Αύγουστο φέρνουν άμεσα νέο μνημόνιο

Τριβές μεταξύ δανειστών και κυβέρνησης παρόμοιες με εκείνες που έχουμε ζήσει κατά τις προηγούμενες αξιολογήσεις, προβλέπει ότι θα υπάρξουν ο Ζολτ Ντάρβας, οικονομικός αναλυτής στο think tank Bruegel, εφόσον μετά τον Αύγουστο, προκύψουν διαφωνίες σχετικά με τη τήρηση των δεσμεύσεων της χώρας για την επόμενη ημέρα.

Και εξηγεί ότι αν η ελάφρυνση του χρέους συνδεθεί με την εφαρμογή δομικών μεταρρυθμίσεων, κάτι που δεν αποκλείεται, τότε προφανώς και η έξοδος της Ελλάδας δεν θα είναι «καθαρή».

Στο κακό μάλιστα σενάριο, που η Ελλάδα δεν τηρήσει τις μεταμνημονιακές της δεσμεύσεις, και διακοπούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, ο αναλυτής του Bruegel, σημειώνει ότι αυτό προφανώς θα τρόμαζε τις αγορές, οδηγώντας σε αποκλεισμό της χώρας από αυτές.

«Έπειτα από διακοπή πρόσβασης στις αγορές, η Ελλάδα θα καλούνταν να επιλέξει ανάμεσα στις δύο ίδιες επιλογές που είχε και το 2010: 

Είτε ένα νέο πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας, το οποίο θα συνοδεύονταν από αυστηρούς όρους, είτε τη χρεοκοπία. 

Είναι πάρα πολύ σημαντικό να αποφύγει η Ελλάδα μια τέτοια κατάσταση», επισημαίνει με νόημα ο κ. Darvas.

Στο καλό πάντως σενάριο, που η Ελλάδα θα τηρήσει τις μεταμνημονιακές της δεσμεύσεις, εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα βρει τρόπο να βοηθήσει τις ελληνικές τράπεζες με φθηνή χρηματοδότηση. 

Όσο για τις συζητήσεις σχετικά με το χρέος, θεωρεί σημείο κλειδί το χρόνο, δηλαδή κατά πόσο οι εμπλεκόμενες πλευρές θα έχουν καταφέρει ως τον Ιούνιο να συμβιβάσουν τις διαφορές τους στο ελληνικό ζήτημα, ώστε να μη χρειασθεί να παραταθούν οι συζητήσεις τον Ιούλιο ή ακόμη και τον Αύγουστο.

Ερωτηθείς κατά πόσο τον προβληματίζει το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει μπροστά τις εκλογικές αναμετρήσεις, δηλώνει ότι αυτό δεν τον ανησυχεί, καθώς εφόσον αποφευχθούν τα χειρότερα, τότε όποια και να είναι η επόμενη κυβέρνηση, θα έχει μια προσεκτική προσέγγιση των πραγμάτων, αποφεύγοντας πισωγυρίσματα.

– Ανέκαθεν υποστηρίζατε ότι η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει μετά τον Αύγουστο σε κάποιας μορφής πρόγραμμα. Δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν θα ζητήσει προληπτική γραμμή στήριξης, έγινε σαφές στο Eurogroup της Σόφιας, ότι η χώρα θα είναι η μοναδική ανάμεσα σε όσες «πέρασαν» από πρόγραμμα, όπου η επιτήρηση μετά την έξοδο θα είναι αυστηρή, με πολύ συχνές αξιολογήσεις και επισκέψεις. Είναι όλο αυτό μια «καθαρή έξοδος», όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση Τσίπρα;

Κατά τη γνώμη μου, οι επισκέψεις εκ μέρους των δανειστών δεν είναι και τόσο σημαντικό θέμα. Ούτως ή άλλως ήταν γνωστό ότι η ΕΕ και το ΔΝΤ θα ελέγχουν συνεχώς τις εξελίξεις στην Ελλάδα μετά την έξοδό της από το 3ο πρόγραμμα. Εκείνο που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία είναι κατά πόσο η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους θα συνδεθεί ή όχι με την εφαρμογή δημοσιονομικών όρων και δομικών μεταρρυθμίσεων μετά το 2018.

Εάν αυτό συμβεί, τότε η έξοδος της χώρας δεν θα είναι «καθαρή», καθώς η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει να συμμορφώνεται με τους όρους, και οι επίσημοι δανειστές θα ελέγχουν κατά πόσο αυτό τηρείται. Σε περίπτωση διαφωνιών ανάμεσα στις δύο πλευρές, θα δούμε ξανά παρόμοιου τύπου αντιπαραθέσεις μεταξύ Ελλάδας και δανειστών, σαν εκείνες που έχουμε συχνά ζήσει στο παρελθόν κατά τη διάρκεια όλων των προηγούμενων αξιολογήσεων.

– Σε περίπτωση πάντως αποτυχίας τήρησης από την Ελλάδα των δεσμεύσεων, τότε, σύμφωνα με τη γερμανική πρόταση, θα διακόπτεται η εφαρμογή των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, και κατ’ επέκταση, και η πρόσβαση στις αγορές. Δεν είναι μεγάλο το διακύβευμα;

Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε εύκολα σε ένα νέο πρόγραμμα ή ακόμη και σε μια χρεοκοπία από πλευράς της ελληνικής κυβέρνησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τυχόν διακοπή των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους θα τρόμαζε πιθανώς τις αγορές, προκαλώντας αύξηση των επιτοκίων, ακόμη και αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση των αγορών.

Επιπλέον, μια τέτοια κατάσταση πιθανώς θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη και στην απασχόληση, καθώς η γέννηση μιας νέας έντασης ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δανειστές θα προκαλούσε αβεβαιότητα.

Έπειτα από τη διακοπή πρόσβασης στις αγορές, η Ελλάδα θα καλούνταν να επιλέξει ανάμεσα στις δύο ίδιες επιλογές που είχε και το 2010 : Είτε ένα νέο πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας, το οποίο θα συνοδευόταν με αυστηρούς όρους, είτε τη χρεοκοπία. Είναι πάρα πολύ σημαντικό να αποφύγει η Ελλάδα μια τέτοια κατάσταση.

– Επίσης βγαίνοντας από το μνημόνιο χωρίς προληπτική γραμμή, οι ελληνικές τράπεζες θα χάσουν την πρόσβαση στη φθηνή χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για όσο τουλάχιστον διάστημα, η Ελλάδα θα συνεχίζει να αξιολογείται κάτω από την επενδυτική βαθμίδα. Πόσο ανησυχητικό είναι αυτό;

Δεν θα με ανησυχούσε τόσο πολύ το συγκεκριμένο θέμα. Εάν η Ελλάδα ολοκληρώσει με επιτυχία το τρέχον 3ο πρόγραμμα, και τηρήσει τις μεταμνημονιακές της δεσμεύσεις, τότε η ΕΚΤ θα βρει ένα τρόπο ώστε να βοηθήσει τις ελληνικές τράπεζες με φθηνή χρηματοδότηση.

– Σύμφωνοι, αλλά υπάρχει και το θέμα της ποσοτικής χαλάρωσης. Σε συνέχεια όλων των παραπάνω, δεν απομακρύνονται και οι τελευταίες ελπίδες να συμπεριληφθούν τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ;

Επίσης δεν θεωρώ τόσο σοβαρό ζήτημα τη συμμετοχή ή μη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Εκείνο που πραγματικά ενδιαφέρει τους επενδυτές είναι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, οπότε ακόμη και τυχόν συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο QE, δεν θα άλλαζε και σημαντικά την εικόνα.

Η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης εξακολουθούν να κατέχουν μεγάλο αριθμό ελληνικών ομολόγων στους ισολογισμούς τους, ενώ η ΕΚΤ θέτει ορισμένα όρια στις συμμετοχές της. Στην καλύτερη επομένως περίπτωση, δηλαδή εφόσον η Ελλάδα συμπεριλαμβάνονταν στο πρόγραμμα (QE), μόνο μια μικρή ποσότητα ελληνικών ομολόγων θα μπορούσε να αγοραστεί από την ΕΚΤ. Επιπλέον, το πρόγραμμα πλησιάζει προς το τέλος του, οπότε τυχόν ένταξη της Ελλάδας σε αυτό, θα διαρκούσε ένα μάλλον σύντομο διάστημα.

– Τι εξελίξεις διαβλέπετε γύρω από το θέμα του χρέους; Το ρωτώ γιατί φαίνεται πως η απόσταση που χωρίζει τη Γερμανία από το ΔΝΤ παραμένει μεγάλη, και όλα δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να προσβλέπει σε μια γενναιόδωρη και άνευ όρων ελάφρυνση, όπως θα επιθυμούσε το Ταμείο…

Όπως επισήμανε και ο πρόεδρος του Eurogroup, Mario Senteno, όλες οι αποφάσεις που θα διευκολύνουν την επόμενη ημέρα της Ελλάδας, πρόκειται να ληφθούν τον Ιούνιο, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι η 4η και τελευταία αξιολόγηση θα έχει ολοκληρωθεί ομαλά.

Από πλευράς μου αναμένω ότι τις επόμενες εβδομάδες θα επαναληφθεί αυτό που έχουμε δει αρκετές φορές μέχρι σήμερα στο παρελθόν, κάθε φορά που πρόκειται να ολοκληρωθεί μια ελληνική αξιολόγηση : Οι μεν δανειστές θα ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα δεν έχει ακόμη υλοποιήσει όλα όσα προβλέπει το πρόγραμμα, οι δε, ελληνικές αρχές θα υποστηρίζουν το αντίθετο, αλλά θα υπόσχονται να επιταχύνουν, και στο τέλος η αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί με ένα συμβιβασμό, και την επισήμανση ότι η Ελλάδα τήρησε επαρκώς τις υποχρεώσεις της.

Το βασικό για μένα ζήτημα είναι περισσότερο ο χρόνος: Κατά πόσο δηλαδή όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές θα έχουν καταφέρει έως τον Ιούνιο να φτάσουν σε συμβιβασμό ή αυτό δεν θα συμβεί παρά τον Ιούλιο ή ακόμη και τον Αύγουστο, (επισήμως το πρόγραμμα εκπνέει στις 20 Αυγούστου).

Όσο για τη παρουσία του ΔΝΤ θα είναι συμβολική, καθώς συμμετέχοντας το Ταμείο σε ένα πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας λίγους μήνες πριν αυτό λήξει, προφανώς και δεν προσθέτει κάτι το ουσιαστικό. Η μόνη σημασία της συμμετοχής του ΔΝΤ είναι ότι αυτό έχει θέσει ως όρο για τη συμμετοχή του, μια σημαντική ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Επομένως, μια τυχόν συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα, έστω και στο παρά πέντε πριν αυτό τελειώσει, θα μπορούσε να στείλει το μήνυμα στις αγορές ότι είναι επαρκή τα μέτρα που ελήφθησαν για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

– Μιλάμε για την επόμενη ημέρα της Ελλάδας, δίχως να έχουμε ακόμη αναφερθεί στην ανάπτυξη. Τα υπερπλεονάσματα που σχημάτισε πέρυσι η Ελλάδα, και αυτά που έχει δεσμευθεί να πετύχει κατά τα επόμενα χρόνια, λειτουργούν σε βάρος της ανάπτυξης. Πρόσφατα το ΔΝΤ υποβάθμισε την πρόβλεψή του σε 2% ανάπτυξη φέτος, και 1,8% για το 2019…

Το 2016 το ΑΕΠ της Ελλάδας υποχώρησε κατά 0,2%, οπότε μια ανάπτυξη 1,4% το 2017 σημαίνει επιτάχυνση, και όχι πτώση, ακόμη και αν η τελική επίδοση ήταν χαμηλότερη των αρχικών προβλέψεων της κυβέρνησης. Επομένως, θα έλεγα ότι το καλό δημοσιονομικό αποτέλεσμα ήταν συνέπεια μιας καλής επίδοσης στην ανάπτυξη. Δεδομένου ότι η ανάπτυξη αναμένεται να επιταχυνθεί φέτος κατά 2%, θεωρώ ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα μπορούσε να διατηρηθεί. Αλλά το κεφάλαιο των πρωτογενών πλεονασμάτων είναι πάντα μια πολιτική απόφαση.

– Τι φοβάστε για την πορεία της οικονομίας ενόψει και των εκλογικών αναμετρήσεων που έχει μπροστά της η Ελλάδα;

Συνεχίζω να θεωρώ ως μη πιθανό σενάριο τις πρόωρες εκλογές στην Ελλάδα. Και αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι η ΝΔ προηγείται του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις, επομένως θα χάσει σε περίπτωση πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Άρα, η καλύτερη στρατηγική για τη κυβέρνηση είναι να περιμένει να συμπληρώσει την τετραετία, και να ελπίζει ότι με την οικονομική ανάκαμψη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, θα βελτιωθεί η δημοτικότητά της.

Παρ’ όλα αυτά, και ανεξάρτητα αν θα δούμε εκλογές στην Ελλάδα φέτος ή του χρόνου, προσωπικά δεν ανησυχώ για τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν αυτές να έχουν. Όλα τα βασικά ελληνικά κόμματα, έχουν ψηφίσει στο παρελθόν μνημόνια, και δουλεύουν πάνω στην εφαρμογή των όρων και προϋποθέσεων για την επόμενη ημέρα, και ενώ η κατάσταση στην οικονομία θα είναι μάλλον ευαίσθητη μετά την λήψη του 3ου μνημονίου. Οπότε εκτιμώ ότι η επόμενη ελληνική κυβέρνηση θα έχει μια προσεκτική προσέγγιση των πραγμάτων, και θα αποφύγει τα πισωγυρίσματα σε όσες μεταρρυθμίσεις έχουν μέχρι σήμερα γίνει.

– Πολλά έχουμε ακούσει και για το αναπτυξιακό σχέδιο της κυβέρνησης σχετικά με την επόμενη ημέρα, το οποίο και παρουσίασε ο υπ. Οικονομικών Ευ. Τσακαλώτος στο Eurogroup της Σόφιας. Τι θα πρέπει η Ελλάδα να αποφύγει σε αυτό το μέτωπο;

Δυστυχώς το ελληνικό αναπτυξιακό σχέδιο δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί, οπότε είναι δύσκολος και ο σχολιασμός του. Κατά τη συνέντευξη Τύπου πάντως στη Σόφια, ο πρόεδρος του Eurogroup Μάριο Σεντένο, σχολιάζοντας την αναπτυξιακή στρατηγική που είχε νωρίτερα παρουσιάσει ο κ. Τσακαλώτος, σημείωσε ότι «η στρατηγική είναι να δοθεί ώθηση στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της Ελλάδας και την ενδυνάμωση του επενδυτικού κλίματος». Συμπλήρωσε μάλιστα ότι η ελληνική αναπτυξιακή στρατηγική «υποδηλώνει και την ιδιοκτησία της διαδικασίας μεταρρυθμίσεων έπειτα από το τέλος του παρόντος μνημονίου».

Ασφαλώς τέτοιες στοχεύσεις και προθέσεις είναι καλοδεχούμενες, αλλά πρέπει να δούμε και τις λεπτομέρειες, προκειμένου να είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε το σχέδιο.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη
liberal.gr

Πηγή

Popular

To Top