Οικονομία

Σαμαράς λέμε και κλαίμε – 4 δισ. ευρώ κόστισε η καθυστέρηση Τσίπρα – Σκουρλέτη – Σταθάκη στην ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ

Αντί να βάλει στα ταμεία της 2 δισ. ευρώ, όσα υπολογιζόταν ότι θα εισέπραττε από το σχέδιο πώλησης της «Μικρής ΔΕΗ» του 2014, τώρα θα χάσει άλλα τόσα ως τα τέλη του 2019, δίχως να πάρει ούτε σεντ ως αντάλλαγμα.


Αυτή είναι η περίφημη ισοδύναμη λύση που περηφανεύεται χρόνια τώρα ότι πέτυχε η κυβέρνηση για το καλό της ΔΕΗ, επιδεινώνοντας στην ουσία το ούτως ή άλλως σοβαρό ταμειακό της πρόβλημα.

Καταργώντας τον «μισητό» νόμο της «Μικρής ΔΕΗ», η κυβέρνηση παρουσίασε το καλοκαίρι του 2015 ως επιτυχία της, (αφού θα απέφευγε να εκποιήσει μονάδες), μια συμφωνία με τους δανειστές για το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρισμού, που προέβλεπε ότι το μερίδιο της επιχείρησης στη λιανική θα συρρικνωθεί, από 90% τότε, στο 49% ως τα τέλη του 2019.

Σαν εργαλείο, υιοθετήθηκε τότε το καταναγκαστικό μέτρο των υποχρεωτικών δημοπρασιών ηλεκτρικής ενέργειας προς τρίτους, σε προκαθορισμένες τιμές, και χαμηλότερες απ’ ότι θα πωλούσε η επιχείρηση τις ίδιες ποσότητες στη χονδρική.

Ενάμισι περίπου χρόνο μετά την επίσημη έναρξη των δημοπρασιών (Οκτώβριος 2016), και ούτε το μέτρο έχει περπατήσει αποτελεσματικά, ούτε η ΔΕΗ απέφυγε να πουλήσει λιγνιτικές μονάδες. 

Και η επιχείρηση βγήκε χαμένη, αφού εισπράττει από τις δημοπρασίες λιγότερα απ’ ότι αν πωλούσε το αντίστοιχο ρεύμα στη χονδρική, και οι ιδιώτες δεν είδαν το μερίδιό τους να αυξάνεται σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό. Το μερίδιο της ΔΕΗ από περίπου 89% της αγοράς, που ήταν τον Οκτώβριο του 2016, διαμορφώθηκε το Μάρτιο του 2018, στο 82,75%, μειώθηκε δηλαδή μόλις κατά 6,25%!

Επειδή λοιπόν οι δανειστές είδαν πως το αρχικό εκείνο μοντέλο δεν φέρνει καρπούς, και επειδή το Δεκέμβριο του 2016, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε για δεύτερη φορά τη ΔΕΗ για δεσπόζουσα θέση στο λιγνίτη, έβαλαν στην εξίσωση του 3ου Μνημονίου και τη πώληση λιγνιτικών μονάδων. Το σκεπτικό τους ήταν να αυξηθεί ο ανταγωνισμός στη παραγωγή. Κάπως έτσι, και μετά από μπόλια παζάρια στις Βρυξέλλες, φτάσαμε στη σημερινή πώληση των μονάδων της Φλώρινας και της Μεγαλόπολης, για την οποία η ΓΕΝΟΠ ξεκινά από τα μεσάνυχτα της Κυριακής 48ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες.

Προς τι οι πανηγυρισμοί;

Και μπορεί ο κ. Σταθάκης να υποστηρίζει ότι η τωρινή λύση είναι πολύ καλύτερη από εκείνη της συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, αφού ναι μεν πουλά το ίδιο ποσοστό λιγνιτικού δυναμικού της ΔΕΗ (περίπου 22%), αλλά εξαιρεί εντελώς τις υδροηλεκτρικές και φυσικού αερίου μονάδες της επιχείρησης (έναντι πώλησης 26,3% και 18% αντίστοιχα, που προέβλεπε το σχέδιο το 2014), ωστόσο πρόκειται για τη μισή αλήθεια.

Η άλλη μισή, είναι ότι το σημερινό μοντέλο, που προβλέπει τη πώληση δύο λιγνιτικών «πακέτων» (Φλώρινα στο Βορρά, Μεγαλόπολη στο Νότο), αν και εφόσον βρει ανταπόκριση από την εγχώρια και διεθνή αγορά, θα εξασφαλίσει πολύ λιγότερα χρήματα στον πωλητή, δηλαδή στη ΔΕΗ, από εκείνο του 2014.

Ο άνθρακας

Τότε η ευρωπαϊκή πολιτική για την κλιματική αλλαγή δεν ήταν τόσο αυστηρή απέναντι στα στερεά καύσιμα, και υπήρχαν ακόμη ενδιαφερόμενοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση για επενδύσεις στον άνθρακα και το λιγνίτη. Τότε επίσης, το προς πώληση μείγμα λιγνίτη -υδροηλεκτρικών- και φυσικού αερίου, καθιστούσε το εγχείρημα, πολύ πιο ελκυστικό απ’ ότι σήμερα, όπου ουδείς ευρωπαίος παίκτης είναι διατεθειμένος να βάλει το χέρι στην τσέπη για να αποκτήσει μόνο λιγνιτικές μονάδες, όταν το κόστος των δικαιωμάτων ρύπων καθιστά τέτοιες επενδύσεις, απαγορευτικές. Την τελευταία τετραετία 2014-2018, το κόστος των δικαιωμάτων CO2 σχεδόν διπλασιάστηκε, και από περίπου 7 ευρώ / τόνο, διαμορφώνεται πλέον στα 13,99 ευρώ.

Η καθετοποίηση

Τότε, το μοντέλο προέβλεπε τη δημιουργία μιας μεγάλης ενεργειακής εταιρείας («Μικρής ΔΕΗ») που θα κατείχε το 30% της παραγωγής, το 30% των πελατών, το 30% των υπαλλήλων, και το 30% των δανείων και βαρών της μητρικής ΔΕΗ. Στόχος μ’ άλλα λόγια, ήταν να δημιουργηθεί ένας δεύτερος σοβαρός ενεργειακός παίκτης, που θα επωμιζόταν εκτός από εργοστάσια, και μέρος από τους απλήρωτους λογαριασμούς, μέρος των υποχρεώσεων, και του επιχειρηματικού ρίσκου.

Σήμερα, το μοντέλο δεν υποχρεώνει τους όποιους αγοραστές εμφανισθούν τελικά στο διαγωνισμό του προσεχούς Μαΐου, να επωμισθούν μέρος των δανείων της ΔΕΗ, ούτε του πελατολογίου της. Ενός πελατολογίου, που όπως είπαμε δεν μειώνεται μέσω των δημοπρασιών, άρα δεν ανοίγει στην ουσία η αγορά, και το μερίδιο της εταιρείας παραμένει καρφωμένο πάνω από 80%.

Το προσωπικό

Επιπλέον, το σημερινό μοντέλο προβλέπει ότι μεγάλο μέρος του προσωπικού των προς πώληση μονάδων θα παραμείνει στην επιχείρηση. Δίχως να έχει προσδιορισθεί ακόμη πόσοι από τους εργαζόμενους θα ακολουθήσουν τις μονάδες που θα περάσουν στους ιδιώτες, εντούτοις εκτιμάται ότι ένα μεγάλο μέρος από τα 1.300 και πλέον άτομα του σημερινού προσωπικού σε Φλώρινα και Μεγαλόπολη, θα απορροφηθούν σε άλλα εργοστάσια της επιχείρησης. Δεν μειώνεται δηλαδή το προσωπικό της ΔΕΗ μέσω της πώλησης τριών σταθμών της, παρ’ ότι αυτό θα αποτελούσε μια καλή ευκαιρία, πολλώ δε μάλλον όταν ο μέσος όρος ηλικίας των εργαζομένων στην επιχείρηση ξεπερνά τα 50 χρόνια, και η ανανέωση είναι απαραίτητη.

Τα έσοδα

Τότε, είχαν γίνει υπολογισμοί που προέβλεπαν ότι η πώληση της «Μικρής ΔΕΗ» θα μπορούσε να εξασφαλίσει 2 δισ. ευρώ ρευστό στα ταμεία της ΔΕΗ, επιπλέον 1-1,5 δισ ευρώ στην εθνική οικονομία από την υποχρέωση του αναδόχου να κατασκευάσει το εργοστάσιο «Μελίτη ΙΙ» στη Φλώρινα, εκτός από τα χρήματα που θα έπεφταν από τους ιδιώτες αγοραστές στην αναβάθμιση των μονάδων.

Σήμερα αντίστοιχοι υπολογισμοί δεν έχουν γίνει. Πρόσφατα μόνο ο πρόεδρος της επιχείρισης Μ. Παναγιωτάκης εκτίμησε ότι η ΔΕΗ θα μπορούσε να εισπράξει από την πώληση των μονάδων, ποσό μεταξύ 700 εκατ. ευρώ και 1 δισ. ευρώ. Νούμερα αισιόδοξα έως ανεδαφικά, σύμφωνα με την αγορά.

Τα οικονομικά

Τότε (2014), η ΔΕΗ είχε κέρδη, μικρότερα προβλήματα ρευστότητας, και κυρίως πολύ λιγότερους ληξιπρόθεσμους λογαριασμούς, που στη καλύτερη περίπτωση φτάνουν σήμερα τα 2,3 δισ. ευρώ, και εκτινάχθηκαν χάρη στις προσδοκίες για «σεισάχθεια» και ευνοϊκές ρυθμίσεις, που σημερινοί υπουργοί είχαν εκθρέψει ως στελέχη της αντιπολίτευσης. 

Τακτική που συνεχίσθηκε και τη διετία 2015-2016, όταν η ΔΕΗ, με άνωθεν προφανώς εντολή, απέφευγε να διακόψει το ρεύμα για οφειλές ποσών έως 1.000 ευρώ.

Οι τράπεζες

Σαν αποτέλεσμα, πριν από μια τετραετία, η ΔΕΗ είχε περισσότερους βαθμούς ελευθερίας αφού τα οικονομικά της δεν την είχαν φέρει υπό την αυστηρή επιτήρηση των τραπεζών, οι οποίες σήμερα θα έχουν το τελευταίο λόγο ως προς την πώληση των μονάδων της. Με άλλα λόγια, θα επιβάλουν τους δικούς τους όρους, εάν κρίνουν ότι τα προσφερόμενα τιμήματα είναι τόσο χαμηλά, ώστε απομειώνουν την περιουσιακή βάση της ΔΕΗ, και θέτουν σε κίνδυνο την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων προς αυτήν χρηματοδοτήσεων.

Κάποιες μάλιστα πληροφορίες θέλουν ήδη τη ΔΕΗ να διαπραγματεύεται με τις τράπεζες τη διάθεση των εσόδων που θα έχει από τη πώληση των λιγνιτικών της μονάδων, προκειμένου να της αναχρηματοδοτήσουν το κοινοπρακτικό δάνειο, ύψους 1,3 δισ. ευρώ, που λήγει το 2019. Σύμφωνα μάλιστα με κάποιες πηγές, η ΔΕΗ είναι διατεθειμένη να τους παραχωρήσει το 25% των παραπάνω εσόδων, ωστόσο οι τράπεζες απαιτούν να δεσμεύσουν το 100%.

Το ιταλικό μοντέλο

Τότε επίσης, δηλαδή πριν από μια τετραετία, το μοντέλο είχε σχεδιαστεί πάνω σε εκείνο που εφάρμοσε το 1999 η γειτονική Ιταλία, με Πρωθυπουργό τον κεντροαριστερό Μάσιμο Ντ’ Αλέμα, πουλώντας σταθμούς της ιταλικής ΔΕΗ (ENEL), που αντιστοιχούσαν στο 30% της εγκατεστημένης της ισχύος. 

Η ρευστότητα που απέκτησε η ENEL, όχι μόνο δεν την έβλαψε, αλλά, αντιθέτως, της επέτρεψε να επεκταθεί σε 40 χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής και να τετραπλασιάσει τα έσοδά της, από 22 δισ. ευρώ το 1999 σε 85 δισ. ευρώ το 2012. Σήμερα, το μοντέλο ΣΥΡΙΖΑ δεν βασίζεται σε κάποιο προηγούμενο επιτυχημένο παράδειγμα για το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρισμού.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, και πολλούς άλλους, ακόμη και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ή συνδικαλιστές, από τους πιο λυσσαλέους το 2014 πολέμιους της «Μικρής ΔΕΗ», αναγνωρίζουν σήμερα πως εκείνο το σχέδιο, ίσως ήταν καλύτερο από το τωρινό. 

Ο χρόνος όμως δεν γυρνά πίσω.

Του Γιώργου Φιντικάκη
liberal.gr

Πηγή

Popular

To Top