Οικονομία

Πώς θα βρούμε πόσο κόστισε το 2015

Στην παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξη Αρβανίτη «Πώς να (μη) διαπραγματεύεστε» ο καθηγητής και πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων Πάνος Τσακλόγλου ανέφερε ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα:
Ένας ποδοσφαιριστής της Μπαρτσελόνα τρέχοντας με το πανάκριβο αυτοκίνητό του πέφτει πάνω σε μια κολόνα.

Το αυτοκίνητο καταστρέφεται και ο οδηγός τραυματίζεται σοβαρά.

Όταν μετά από μήνες βγαίνει από το νοσοκομείο γνωρίζει ότι δεν θα μπορέσει πλέον να αγωνίζεται σε ομάδες του επιπέδου της Μπαρτσελόνα και θα προσπαθήσει να συνεχίσει την καριέρα του σε ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών. Η καταστροφή του αυτοκινήτου είναι ασήμαντη μπροστά στα μελλοντικά κέρδη που θα χάσει ο ποδοσφαιριστής εξαιτίας του ατυχήματος.

Αναζητώντας το κόστος του πρώτου εξαμήνου του 2015 στην ελληνική οικονομία θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το κόστος αυτό δεν αποτυπώνεται στο ποσό των 86 δισ. της νέας δανειακής σύμβασης, η οποία υπογράφηκε με το τρίτο μνημόνιο.

Και αυτό γιατί μέσα στα 86 δισ. βρίσκονται και ποσά που δίνονται για να εξοφληθούν παλιά ομόλογα και να αντικατασταθούν από νέα. Επομένως δεν πρόκειται για δημιουργία νέου χρέους.

Αντίθετα, καθαρή ζημιά είναι τα περίπου 20 δισ. που χάθηκαν από την αξία των μετοχών των τραπεζών που κατείχε το κράτος μετά την ανακεφαλαιοποίησή τους, όπως και τα 7 δισ. από τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων που είχαν οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της ευρωζώνης και είχαν συμφωνήσει να τα επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Αυτές οι ζημιές μοιάζουν με το κόστος του κατεστραμμένου αυτοκινήτου του ποδοσφαιριστή. 

Υπάρχουν όμως και ζημιές που είναι αντίστοιχες με τις ζημιές από την απώλεια της ικανότητας του ποδοσφαιριστή να κερδίζει ένα πολύ μεγάλο εισόδημα από τη δουλειά του στο μέλλον.

Οι προβλέψεις της Κομισιόν για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο τέλος του 2014 ήταν 2,9% για το 2015, 3,7% για το 2016 και 3,5% για το 2017. Η ανάπτυξη αυτή χάθηκε.

Πολλοί θα αμφισβητήσουν την αξιοπιστία των προβλέψεων, θα πουν ότι και άλλες φορές οι εκτιμήσεις ήταν αισιόδοξες και τελικά διαψεύστηκαν.

Οι εκτιμήσεις αυτές είχαν πολλές πιθανότητες να επαληθευθούν ή και να ξεπεραστούν για τους εξής λόγους:

1. Το 2014 η Ελλάδα είχε επιστρέψει στην ανάπτυξη με 0,7% του ΑΕΠ, μετά από μακροχρόνια βαθιά ύφεση ξεπερνώντας τις προβλέψεις, που για εκείνη τη χρονιά μιλούσαν για ανάπτυξη 0,4%.

Η αξία της ανάπτυξης του 2014 γίνεται μεγαλύτερη αν υπολογίσουμε ότι στα πρόθυρα της εξουσίας βρισκόταν ένα κόμμα που επαγγελλόταν τη ρήξη με τους δανειστές και στελέχη του έλεγαν -μεταξύ άλλων- ότι θα ενίσχυαν την οικονομία παίρνοντας τα χρήματα των καταθέσεων από τις τράπεζες (χρήματα που δεν υπήρχαν στα ταμεία, αφού είχαν δοθεί σε δάνεια).

Παρά την αντιεπιχειρηματική ρητορική, τις απειλές για Grexit και την ανασφάλεια που καλλιεργούταν, η ανάπτυξη ήταν παρούσα.

2. Η ανάπτυξη ξεπέρασε τις προβλέψεις σε όλες τις χώρες που βρέθηκαν σε προγράμματα στήριξης (Κύπρος, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία). Η Ελλάδα από την κορυφή στη λίστα της ανάπτυξης το 2014 βρέθηκε στον πάτο τα επόμενα χρόνια.

Τα πράγματα θα ήταν ακόμη χειρότερα για την χώρα μας αν δεν είχε καταστραφεί ο τουρισμός τριών ανταγωνιστριών χωρών (της Αιγύπτου, της Τουρκιάς και της Τυνησίας) αν δεν είχε μειωθεί η τιμή του πετρελαίου κατά 50% (που απελευθέρωσε πόρους για κατανάλωση) αν δεν είχε υποτιμηθεί το ευρώ (ωφελώντας τις εξαγωγές) και αν δεν εφαρμοζόταν η ποσοτική χαλάρωση (που έδωσε φθηνό χρήμα στην ευρωζώνη).

Αυτοί οι παράγοντες ήταν ικανοί να κάνουν την ανάπτυξη να ξεπεράσει τις προβλέψεις για την τριετία 2015-17, όπως έγινε σε άλλες χώρες.

Σε εμάς, απλώς μας γλίτωσαν από τα χειρότερα, κρατώντας την ανάπτυξη κοντά στο μηδέν. Αναλυτικά στο άρθρο του Γιώργου Στρατόπουλου:

Πόσο κόστισε η περήφανη διαπραγμάτευση.

Ένα ποσοστό περίπου 10% του ΑΕΠ (δηλαδή του πλούτου που παράγεται στη χώρα κάθε χρονιά), χάθηκε την τριετία 2015-17.

Εδώ όμως θέλει προσοχή. Αυτό το 10% δεν χάθηκε μόνο μια φορά.

Θα υπάρχει ως απώλεια όλες τις επόμενες χρονιές.

Δηλαδή αν στα 180 δισ., που ήταν το ΑΕΠ, είχαν προστεθεί τα χαμένα 18 δισ. της τριετίας (10% του ΑΕΠ), σήμερα θα είχε φτάσει στα 198 και η ανάπτυξη θα μετρούσε από εκεί και πάνω.

Αν υποθέσουμε ότι το 2018 η ανάπτυξη θα είναι 2%, δηλαδή 3,76 δισ., αυτά θα έπρεπε να προστεθούν στο 198 και να μας δώσουν 201,6 δισ.

Αν όμως λείπουν τα 18 δισ. της χαμένης τριετίας το 3,76, η νέα ανάπτυξη θα προστεθεί στο 180. Έτσι θα έχουμε 183,6 αντί για 201,6.

Την επόμενη χρονιά αντί να προσθέσουμε την ανάπτυξη στο 201 θα την προσθέσουμε στο 183.

Η διαφορά αυτή δεν αναπληρώνεται και θα σέρνεται για δεκαετίες. Κάθε χρονιά θα ξεκινάει από χαμηλότερα.

Μεγαλύτερη ανάπτυξη σημαίνει περισσότερες θέσεις εργασίας, περισσότερα φορολογικά έσοδα, περισσότερες εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία.

Τα έσοδα που λείπουν καλύπτονται από νέους φόρους και αύξηση των εισφορών (που το 2014 είχαν μειωθεί). Οι νέοι φόροι και οι αυξημένες εισφορές δυσκολεύουν περισσότερο τις επενδύσεις και την ανάπτυξη. 

Για το 2017 η ελληνική κυβέρνηση, σε συμφωνία με την κομισιόν, προέβλεπε ανάπτυξη 2,7% και τελικά είχαμε ανάπτυξη 1,4%, όταν οι άλλες χώρες ξεπερνούσαν τις προβλέψεις.

Αυτή είναι η μεγαλύτερη ζημιά, η ζημιά που μοιάζει με τα έσοδα που θα χάνει για χρόνια ο ποδοσφαιριστής από την καριέρα του που καταστράφηκε.

Σπύρος Βλέτσας
athensvoice.gr

Πηγή

Popular

To Top