Διεθνείς Σχέσεις

Το απίθανο όραμα της Theresa May για το Brexit

Το Brexit δυστυχώς θα έχει αρνητικές οικονομικές συνέπειες.

Αποκλείεται οποιαδήποτε ειδική συμφωνία για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και δεν υπάρχει προοπτική για τίποτε περισσότερο από μια βασική εμπορική συμφωνία για εμπορεύματα, εκτός κι αν το Ηνωμένο Βασίλειο δεχθεί αντίστοιχες υποχρεώσεις. 

Αλλά και η υπομονή εξαντλείται στις Βρυξέλλες με την απροθυμία της βρετανικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα.

Στις 2 Μαρτίου, η Βρετανίδα πρωθυπουργός Theresa May παρουσίασε την πολυαναμενόμενη πρότασή της για την έξοδο της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ελπίζοντας να διασχίσει την κακοφωνία και την σύγχυση των δύο ετών μετά το δημοψήφισμα του Brexit, η Μέι παρουσίασε το όραμά της για την οικονομική σχέση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των υπόλοιπων 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραθέτοντας τις πέντε «δοκιμασίες» οποιασδήποτε συμφωνίας για το Brexit:

«Να εφαρμοστεί η απόφαση του βρετανικού λαού, να επιτευχθεί μια διαρκής λύση, να προστατευθεί η ασφάλεια και η ευημερία μας, να παραχθεί ένα αποτέλεσμα το οποίο είναι σύμφωνο με το είδος της χώρας που θέλουμε να είμαστε, και να ενώσουμε την χώρα μας». Η ομιλία της τελείωσε σε μια θεληματική σημείωση˙ «Γνωρίζουμε τι θέλουμε», είπε. «Καταλαβαίνουμε τις αρχές σας. Έχουμε κοινό συμφέρον να το κάνουμε ετούτο σωστά. Ας προχωρήσουμε λοιπόν με αυτό».

Δυστυχώς για τη Μέι, το φιλόδοξο σχέδιό της [1] χρειάστηκε λίγες μέρες για να ξεφουσκώσει.

Στις 7 Μαρτίου, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Donald Tusk, δημοσίευσε σχέδιο κατευθυντήριων γραμμών για τις υπόλοιπες διαπραγματεύσεις, στο οποίο αντικρούει σαφώς τις πέντε δοκιμασίες της Μέι.

«Οι επαναλαμβανόμενα δηλωθείσες θέσεις του [Ηνωμένου Βασιλείου]», υπενθύμισε σθεναρά, «περιορίζουν το βάθος μιας τέτοιας μελλοντικής εταιρικής σχέσης». Επιπλέον, πρόσθεσε, «ένα μη μέλος της Ένωσης (…) δεν μπορεί να έχει τα ίδια δικαιώματα και να απολαμβάνει τα ίδια οφέλη με ένα μέλος».

Με μόνο έναν χρόνο πριν η Βρετανία εγκαταλείψει επισήμως την ΕΕ, η μετά το Brexit σχέση της με την υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα είναι τόσο ασαφής όσο ποτέ.

Το κύριο εμπόδιο στην πρόοδο είναι εύκολο να εντοπιστεί. Η εκστρατεία υπέρ του «εκτός» [από την ΕΕ] υποσχέθηκε ένα Brexit χωρίς συμβιβασμούς, ένα Brexit με το οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να επιτύχει εθνική κυριαρχία χωρίς να χάσει την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά.

Διαδεχόμενη τον David Cameron ως πρωθυπουργός, η Theresa May, επιδιώκοντας να εδραιώσει την υποστήριξή της ανάμεσα στους σκληροπυρηνικούς στο κόμμα της, διπλασίασε τις υποσχέσεις αυτές [2], επιμένοντας σε αρκετές «κόκκινες γραμμές» που περιλαμβάνουν την έξοδο από την Ενιαία Αγορά και την Τελωνειακή Ένωση, καθώς και την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Από τότε, η κυβέρνησή της παρέλυσε από την δέσμευση να κόψει τους δεσμούς της με την πολιτική αρχιτεκτονική της Ευρώπης, ενώ περίμενε ότι «το εμπόριο στα σύνορα μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν με λιγότερες τριβές».

Η άρνηση αυτή να αντιμετωπίσει τις αντιφάσεις -ή αλλιώς «cakeism», όπως έχει γίνει γνωστή από τότε που ο υπουργός Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον δήλωσε ότι ήταν «υπέρ του να έχω και το κέικ ολόκληρο και να το τρώω»- συνεχίζει να κυριαρχεί στην βρετανική πολιτική συζήτηση.

Οι επευφημούντες το Brexit στην κυβέρνηση κερδίζουν επαίνους από τον ταμπλόιντ Τύπο επειδή απαιτούν πλήρη και ξεκάθαρη απόσχιση από την ΕΕ και τα θεσμικά της όργανα, ενώ οι φιλο-ευρωπαίοι Συντηρητικοί δεσμεύονται από την κομματική πειθαρχία για να υποστηρίξουν τις κόκκινες γραμμές της Μέι.

Η επίσημη αντιπολίτευση, οι Εργατικοί του Τζέρεμι Κόρμπιν, είναι πολύ φοβισμένοι μήπως χάσουν ψήφους που είναι υπέρ του Brexit στην παραδοσιακή καρδιά [του εκλογικού σώματός] τους για να αμφισβητήσουν το κυβερνητικό αφήγημα ότι η Βρετανία μπορεί να τα έχει όλα.

Οι τεχνοκράτες της Τράπεζας της Αγγλίας και του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (British Treasury) σιωπούν λόγω της υποχρέωσής τους να ασκούν πολιτική ουδετερότητα και λόγω του ότι είναι πολύ απογοητευμένοι από το ότι οι ζοφερές οικονομικές προβλέψεις τους απέτυχαν να μεταβάλλουν την κοινή γνώμη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Μέι μπορεί μόνο να προσδώσει φινέτσα στις αντιφάσεις.

Η ομιλία της προσπάθησε να τετραγωνίσει τον κύκλο προτείνοντας ότι «το βρετανικό δίκαιο δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να είναι ταυτόσημο με το δίκαιο της ΕΕ, αλλά θα πρέπει να επιτυγχάνει τα ίδια αποτελέσματα», δεχόμενη ότι κάποιος «ανεξάρτητος μηχανισμός» θα πρέπει να επιβλέπει την σταθερότητα των κανονισμών της αγοράς.

Αντιμέτωπη με ένα ρυθμιστικό κενό στην αεροπορία, την ιατρική και τις χημικές ουσίες, η Μέι πρότεινε «συνδεδεμένη συμμετοχή» (“associate membership”) σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς.

Και αντιμέτωπη με τον τελικό παράγοντα που μπορεί να χαλάσει την συμφωνία για το Brexit –την ανάγκη για μια συνοριακή συμφωνία στην Ιρλανδία για να προστατευθεί η ειρηνευτική συμφωνία του Μπέλφαστ- η Μέι πρότεινε ένα χαλαρό σύνολο ρυθμίσεων για να διατηρηθεί το εμπόριο χωρίς τριβές στο νησί μέσω μιας αλχημείας «τεχνολογίας, εύρωστων συστημάτων για να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη και η σιγουριά, καθώς και καλής θέλησης».

Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Theresa May μιλά στο Mansion House στο Λονδίνο, στις 2 Μαρτίου 2018. LEON NEAL / REUTERS

——————————————————–

Οπότε έμεινε στον Tusk και στους διαπραγματευτές της ΕΕ για το Brexit να παρουσιάσουν την πραγματικότητα [3].

Οι κατευθυντήριες γραμμές του Συμβουλίου της ΕΕ, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν δηκτικά ως ότι «επαναβεβαιώνουν τις κατευθυντήριες γραμμές της 29ης Απριλίου και της 15ης Δεκεμβρίου 2017», δήλωσαν ότι «η ύπαρξη εκτός της Τελωνειακής Ένωσης και της Ενιαίας Αγοράς θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε τριβές» και ότι «η απόκλιση σε εξωτερικούς δασμούς και εσωτερικούς κανόνες» θα σήμαινε «ελέγχους και ρυθμίσεις για την υπεράσπιση της ακεραιότητας της ενιαίας αγοράς της ΕΕ».

Με άλλα λόγια, το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί είτε να έχει το κέικ του είτε να το φάει. 

Και στην περίπτωση που παρέμεναν οποιεσδήποτε αμφιβολίες, το Brexit «δυστυχώς θα έχει αρνητικές οικονομικές συνέπειες».

Συγκεκριμένα, ο Tusk απέκλεισε οποιαδήποτε ειδική συμφωνία για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και επανέλαβε την θέση της ΕΕ ότι δεν υπάρχει προοπτική για τίποτε περισσότερο από μια βασική εμπορική συμφωνία για εμπορεύματα, εκτός κι αν το Ηνωμένο Βασίλειο δεχθεί αντίστοιχες υποχρεώσεις.

Η υπομονή προφανώς εξαντλείται στις Βρυξέλλες με την απροθυμία της βρετανικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα όσων αποφάσισε να κάνει.

Αλλά αυτό που μπορεί να φαίνεται απ’ έξω ως επιμονή μέχρι του σημείου της ανοησίας, έχει πολύ περισσότερο νόημα όταν κάποιος βλέπει τους απίθανους περιορισμούς με τους οποίους δουλεύει σκληρά η Μέι μέσα στην κυβέρνησή της και στο κοινοβούλιο του Westminster.

Η πρωθυπουργός ξεκίνησε την θητεία της με μια λεπτεπίλεπτη πλειοψηφία των Συντηρητικών στο Γουέστμινστερ και μια ξεκάθαρη εντολή από την πλειοψηφία των Βρετανών ψηφοφόρων να εγκαταλείψουν την ΕΕ. Δεσμευμένη από τα αιτήματα ενός σημαντικού μέρους του κόμματός της για ένα σκληρό Brexit, και με έλλειμμα εμπιστοσύνης [στο πρόσωπό της] λόγω της προηγούμενης στάσης της για την Ευρώπη, η Μέι είχε βάσιμους λόγους να υιοθετήσει τις κόκκινες γραμμές της για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και την Τελωνειακή Ένωση.

Αλλά, έχοντας απεμπολήσει την πλειοψηφία της τον Ιούνιο του 2017, η ικανότητά της να ελιχθεί στον δρόμο της προς έναν συμβιβασμό με την ΕΕ περιορίζεται από την εξάρτησή της από τις ψήφους μιας μικρής κοινοβουλευτικής μειονότητας που κάνει τους Tory υπέρμαχους του Brexit να φαίνονται αρκετά εύπλαστοι.

Στην Βόρειο Ιρλανδία, το σκληρό Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (Democratic Unionist Party, DUP) [4] δεν αισθάνεται άνετα με την συμφωνία διαμοιρασμού της εξουσίας της επαρχίας, η οποία έχει ανασταλεί επί του παρόντος, αφού το ιρλανδικό εθνικιστικό κόμμα Sinn Fein αποχώρησε διαμαρτυρόμενο για τον χειρισμό ενός σχήματος ανανεώσιμων πηγών ενέργειας από το DUP. Το DUP είναι καχύποπτο για τα κίνητρα της ΕΕ και της ιρλανδικής κυβέρνησης, και αγωνίστηκε υπέρ του Brexit το 2016, αλλά αντιτίθεται επίσης στα αυστηρά σύνορα στο νησί της Ιρλανδίας, ενώ καταδικάζει έντονα κάθε πρόταση ρυθμιστικής απόκλισης από το υπόλοιπο της Ηνωμένο Βασίλειο. Κάθε συμφωνία που είναι αποδεκτή από την Ιρλανδία και τους διαπραγματευτές της ΕΕ κινδυνεύει να αποξενώσει το DUP και να κατεδαφίσει την επισφαλή κυβέρνηση της Μέι. Και οποιαδήποτε εναλλακτική κοινοβουλευτική στρατηγική θα έδινε στους υποστηρικτές ενός ηπιότερου Brexit, τόσο στο Συντηρητικό όσο και στο Εργατικό Κόμμα, μια ευκαιρία να αναδιαμορφώσουν τις κόκκινες γραμμές της Μέι, ανοίγοντας έναν εμφύλιο πόλεμο στην κυβέρνησή της.

Αν η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, η Μέι θα πρέπει να αναρωτιέται πού έχει μπλέξει.

Αλλά η παράλυση της κυβέρνησής της δεν μπορεί να διατηρηθεί πολύ περισσότερο.

Το άρθρο 50 [5] της ΕΕ κάνει ένα αιφνίδιο και ενδεχομένως χαοτικό Brexit την πρώτη επιλογή, εάν δεν είναι δυνατή η επίτευξη μιας συμφωνίας. 

Τα αεροσκάφη θα μπορούσαν να μείνουν στο έδαφος, το εμπόριο θα μπορούσε να σταματήσει και οι ιατρικές προμήθειες θα μπορούσαν να τεθούν σε κίνδυνο εάν δεν σημειωθεί πρόοδος.

Οι πέντε δοκιμασίες της Μέι δεν μπορούν να ικανοποιηθούν αν δεν απαντήσει στην ερώτηση που έθεσε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου:

Το Ηνωμένο Βασίλειο θέλει να έχει το κέικ του ή να το φάει;

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2018-03-12/theres…

Σύνδεσμοι:

[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2017-12-19/theres…

[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2016-08-19/mays-b…

[3] https://www.foreignaffairs.com/interviews/2016-07-26/economic-consequenc…

[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/western-europe/2017-09-04/brexit…

[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2017-03-29/pullin…

Jonathan Hopkin
foreignaffairs.gr

Πηγή

Σχολίαστε

Popular

To Top