Οικονομία

Συνέντευξη – ποταμός του Βίζερ για όλα τα μνημόνια – Πως υπολογίζεται η ζημιά Τσίπρα – Βαρουφάκη των 200 δισ. ευρώ

Διαβάστε αναλυτικά τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Τόμας Βίζερ στην Ελένη Βαρβιτσιώτη:


Στο κόστος του α’ εξαμήνου της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αναφέρθηκε εκ νέου ο πρώην επικεφαλής του Euroworking Group Τόμας Βίζερ.

Μιλώντας στον Σκάι και την εκπομπή «Ιστορίες», είπε ότι «το μεγαλύτερο ποσό όλων, είναι η τεράστια πτώση που σημειώθηκε στο ΑΕΠ, η τεράστια πτώση στο εθνικό εισόδημα. Και αν έχετε μια τόσο απότομη πτώση στο εθνικό εισόδημα, δεν διορθώνεται την επόμενη χρονιά».

Ερωτηθείς πώς υπολόγισε στα 200 δισ. το κόστος της υπουργίας Γιάνη Βαρουφάκη, σημείωσε ότι «δεν μπορεί να υπάρξει ένα συγκεκριμένο νούμερο», αλλά πως «υπάρχει το άμεσο κόστος που συνδέεται με την ανακεφαλαίωση των τραπεζών, το κόστος του προγράμματος κλπ που θα αποπληρωθεί σε βάθος χρόνου, το οποίο ήταν πολύ σημαντικό».

«Πολλά δισεκατομμύρια, διψήφια δισεκατομμύρια, αλλά το μεγαλύτερο ποσό όλων είναι η τεράστια πτώση που σημειώθηκε στο ΑΕΠ, η τεράστια πτώση στο εθνικό εισόδημα. Και αν έχετε μια τόσο απότομη πτώση στο εθνικό εισόδημα, δεν διορθώνεται την επόμενη χρονιά. Αν π.χ. έχει κάποιος 20% μικρότερο εισόδημα μία χρονιά και την επομένη επιστρέψει στα κανονικά επίπεδα, θα έχει χάσει 20% που δεν θα πάρει ποτέ πίσω. Αν το εισόδημα του αρχίσει να αυξάνεται μετά τον πρώτο χρόνο από 20% στο 19%, τον επόμενο στο 18% από αυτό που θα ήταν και μετά στο 17% από αυτό που θα ήταν, αν κανείς τα προσθέσει αυτά σε βάθος χρόνου, τότε σίγουρα η ζημιά είναι πολύ μεγαλύτερη», 

…εξήγησε ο κ. Βίζερ.

Νιώθετε ότι οι Βρυξέλλες “κοιμόντουσαν στο τιμόνι” όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση; Ήταν προετοιμασμένες;

Aυτό είναι δημοσιονομική αρχαιολογία. Αν πάει κανείς πίσω και αναρωτηθεί γιατί το δημοσιονομικό πρόβλημα δεν είχε υπογραμμιστεί νωρίτερα, ένας από τους λόγους ήταν ότι τα κράτη-μέλη προστάτευαν εντόνως τη δημοσιονομική τους ανεξαρτησία και δεν επέτρεπαν στην Κομισιόν να πάει στις πρωτεύουσες, στα στατιστικά γραφεία για να δει αν τα νούμερα ήταν σωστά. Η στατιστική κατάσταση των ετών 2008-2009 δεν ήταν καλή, αλλά η επιδείνωση του 2009 ήταν εξωφρενικά γρήγορη. Όλοι πρέπει να πάρουν μέρος της ευθύνης και πρώτοι από όλους η τότε ελληνική κυβέρνηση γιατί αυτοί ήταν που ξόδεψαν σαν τρελοί.

Όταν το 2019 αποκαλύφθηκε το πραγματικό έλλειμμα, οι άνθρωποι σοκαρίστηκαν ή ανέμεναν ότι θα ήταν τόσο υψηλό;

Η ελληνική κυβέρνηση μέχρι τις εκλογές έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά, κάτι το οποίο ήταν αδύνατον αν κάποιος έβλεπε την τάση των δαπανών. Αναμένονταν προβλήματα, αλλά όχι η καταστροφή. Όταν ο υπουργός Οικονομικών ήρθε και είπε “είδαμε τα νούμερα και έχουμε μεγάλο πρόβλημα”, οι άνθρωποι τότε θεωρούσαν το έλλειμμα ύψους 9% ως απόλυτη καταστροφή. Όταν όμως όλα μετρήθηκαν και προστέθηκαν και το νούμερο έφτασε πάνω από 15% του ΑΕΠ, κανείς δεν το περίμενε αυτό.

Είστε από τους λίγους πραγματικούς γνώστες της ελληνικής κρίσης καθώς την παρακολουθήσατε από την αρχή. Κοιτώντας πίσω, ποια ήταν η αιτία της κρίσης και θεωρείτε ότι έχει θεραπευτεί μετά από τόσα χρόνια προγράμματος;

Ένα πράγμα που με εντυπωσιάζει είναι ότι όσο περισσότερο σε μία χώρα οι άνθρωποι, οι θεσμοί και τα ΜΜΕ ρωτούν τον εαυτό τους, πώς φτάσαμε σε αυτό το χάος, τόσο πιο επιτυχημένα εξέρχονται της κρίσης. Κι αυτό για μένα είναι η μεγάλη διαφορά μεταξύ της Ελλάδας, και της Ιρλανδίας, όπου έγινε πολύ εντατική ανάλυση και συζήτηση για το τι εμείς οι Ιρλανδοί κάναμε λάθος και φτάσαμε σε αυτό το χάος. Αυτό ήταν αρκετά έντονο στην Ισπανία, όχι τόσο στην Πορτογαλία, αλλά είναι κάτι που μου λείπει σε μεγάλο βαθμό στην Ελλάδα. «Πώς εμείς στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε αυτό το πρόβλημα, τι κάναμε λάθος και γιατί η κρίση μας χτύπησε πολύ περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα». Αυτή είναι η πρώτη πτυχή. Η δεύτερη πτυχή είναι πως όταν ξεκίνησε η κρίση πολλοί από εμάς ήμασταν πεπεισμένοι ότι ήταν δημοσιονομική και έχω αλλάξει την άποψή μου αρκετά συνειδητοποιώντας ότι η δημοσιονομική είναι η ορατή εκδήλωση άλλων βασικών ανισορροπιών και προβλημάτων. Όσο περισσότερο ασχολιόμουν με την κρίση στα κράτη-μέλη, τόσο κατέληγα στο συμπέρασμα ότι ήταν πάντα αποτέλεσμα προβλημάτων διακυβέρνησης. Και θα έλεγα ότι η Ελλάδα έχει τις περισσότερες προκλήσεις στο εσωτερικό της σύστημα διακυβέρνησης.

Στο παρελθόν είχατε αναφέρει το πελατειακό σύστημα ως πρόβλημα. Πιστεύετε ότι έχουμε κάνει κάποια πρόοδο σε αυτόν τον τομέα;

Θα έλεγα ότι έχει υπάρξει μία κάποια πρόοδος, αλλά μπορεί η Ελλάδα να χαρακτηριστεί η Ελβετία της Α. Μεσογείου; Με τίποτα. Υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος. Πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα με έχουν πλησιάσει λέγοντας μου ότι «πρέπει να αλλάξετε το εκπαιδευτικό σύστημα, το δικαστικό σύστημα». Κι εγώ τους λέω ότι αυτό δεν δουλεύει έτσι. Είναι μία δημοκρατική χώρα και αυτό είναι κάτι που μια χώρα πρέπει να θέλει, και πρέπει να γίνει από τη χώρα και από το πολιτικό της σύστημα, από τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Και εάν η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση οποιουδήποτε χρώματος αλλάξει το σύστημα, έτσι ώστε οι θεσμοί να είναι σεβαστοί και οι διαδικασίες να τηρούνται και οι άνθρωποι να έχουν την ίδια πρόσβαση στο δικαστικό σύστημα, να έχουν ανεξάρτητα από το ποιοι είναι μία δίκαιη δίκη και δίκαιη ποινή ή όχι. Ότι όλοι πληρώνουν τους φόρους τους ανεξάρτητα από το ποιους γνωρίζουν ή ποιοι είναι. Αυτοί είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι του τρόπου με τον οποίο ζει κανείς καλά σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Έγιναν πολλά λάθη από την ελληνική πλευρά, αλλά ποια θα λέγατε ότι ήταν τα λάθη των θεσμών εάν μπορείτε να ονομάσετε ένα ή δύο;

Αυτό που πάντα λέω εάν μπορούσα να γυρίσω πίσω την ιστορία και να την αλλάξω λίγο, είναι ότι το 2010 καταλάβαμε ότι η Ελλάδα στην θεωρία χρειαζόταν –πρώτον- αλλαγή οικονομικής πολιτικής και –δεύτερον- ελάφρυνση χρέους. Γιατί δεν έγινε; Ο πιο πιθανός λόγος είναι ότι βρισκόμασταν στην μέση μίας τεράστιας κρίσης και οι άνθρωποι ήταν εντελώς αβέβαιοι για το κατά πόσο ένα κούρεμα των πιστωτών θα ήταν πολύ επιζήμιο μόνο για τις ελληνικές τράπεζες, για τις ευρωπαϊκές τράπεζες αλλά και για το αν θα έπληττε το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και νομίζω ότι αυτός ήταν και ο πιο σημαντικός λόγος για τον οποίο δεν συνέβη. Αυτό είναι το γεγονός που ίσως άλλαζε την πορεία των γεγονότων. Το δεύτερο πρόβλημα που είχαμε ήταν ότι οι τρεις τότε, τέσσερις θεσμοί σήμερα, εργάζονταν σε μεγάλο βαθμό μαζί, αλλά όχι πάντα, στο πρόγραμμα και αυτό οδηγούσε σε μεγάλους ανταγωνισμούς μεταξύ τους. Οι άνθρωποι μπορούσαν να επιλέξουν τι ήθελαν να ακούσουν από τους θεσμούς. Αυτό οδήγησε χώρες να βρίσκονται αντιμέτωπες η μία με την άλλη, ένας πολύ αναποτελεσματικός τρόπος εκτέλεσης του προγράμματος. Υπήρξε τεράστιος αριθμός ανεπαρκειών από την ελληνική πλευρά, αλλά αρκετές ανεπάρκειες και από τους πιστωτές και τους θεσμούς. Ελπίζω και είμαι σίγουρος ότι από το καλοκαίρι η ζωή θα γίνει πολύ πιο εύκολη.

Το 2012 είπατε ότι νιώσατε ότι βρισκόμασταν κοντά στο Grexit και μετά ξανά το 2015. Μπορείτε να περιγράψετε τη στιγμή που νιώσατε ότι η Ελλάδα μπορούσε να βγει από το ευρώ;

Το 2012 υπήρχε η αίσθηση ότι η Ελλάδα ήταν πολύ κοντά στο να βγει από το ευρώ. Το 2012 ήμουν σίγουρος ότι αυτό δεν θα γινόταν για μία σειρά από λόγους και για το οικονομικό περιβάλλον, όπου οι αρνητικές συνέπειες για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια Οικονομία θα ήταν πολύ σημαντικές. Η Ελλάδα τότε ήταν ισχυρά δεσμευμένη στο να παραμείνει στην ευρωζώνη. Το 2015 υπήρχε ένα ξεκάθαρο μήνυμα που έστελνε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κυβέρνησης ότι δεν ήθελε να παραμείνει στην ευρωζώνη όπως ήταν. Κοιτώντας πίσω πολλές από τις δραστηριότητες των ελληνικών αρχών το 2015 μπορούν να μεταφραστούν ως μία ενεργή προσπάθεια εξόδου από τη νομισματική ένωση. Γι’ αυτό όταν είχαμε αυτές τις έντονες συζητήσεις, τέλος Ιουνίου στις Βρυξέλλες, δεν είχα πειστεί ότι η Ελλάδα θα έβγαινε από την ευρωζώνη, ωστόσο έβλεπα μία σημαντική πιθανότητα.

Αυτό συνέβη όταν ανακοινώθηκε το Δημοψήφισμα; Ήταν η στιγμή που αυτό συνέβαινε;

Τις ώρες και μέρες πριν το δημοψήφισμα ένιωθα ότι τα πράγματα κατευθύνονται προς μία αντισυμβατική κατεύθυνση. Μετά ήρθε το δημοψήφισμα που το έκανε ακόμη πιο ξεκάθαρο και δημιούργησε μία αντίδραση από τα άλλα κράτη-μέλη που δεν ήταν οργανωμένη, ήταν μία αντίδραση των συναισθημάτων που είχαν δημιουργηθεί ανάμεσα στους υπουργούς Οικονομικών των άλλων κρατών-μελών. Εκεί η ελληνική πολιτική είχε παίξει τον μεγαλύτερο ρόλο. Συνοψίζεται με το «αν αυτό είναι που θέλει η ελληνική κυβέρνηση ας της το δώσουμε».

Είπατε ότι το κόστος της διαπραγμάτευσης τους πρώτους 6-7 μήνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όταν ο κ. Βαρουφάκης ήταν υπουργός οικονομικών στοίχισε 200 δισ. Μπορείτε να εξηγήσετε πώς καταλήγετε σε αυτό το νούμερο;

Δεν μπορεί να υπάρξει ένα συγκεκριμένο νούμερο, αλλά αφήστε με να εξηγήσω πως υπάρχει το άμεσο κόστος που συνδέεται με την ανακεφαλαίωση των τραπεζών, το κόστος του προγράμματος κλπ που θα αποπληρωθεί σε βάθος χρόνου, το οποίο ήταν πολύ σημαντικό. Πολλά δισεκατομμύρια, διψήφια δισεκατομμύρια, αλλά το μεγαλύτερο ποσό όλων είναι η τεράστια πτώση που σημειώθηκε στο ΑΕΠ, η τεράστια πτώση στο εθνικό εισόδημα. Και αν έχετε μια τόσο απότομη πτώση στο εθνικό εισόδημα, δε διορθώνεται την επόμενη χρονιά. Αν π.χ. έχει κάποιος 20% μικρότερο εισόδημα μία χρονιά και την επομένη επιστρέψει στα κανονικά επίπεδα, θα έχει χάσει 20% που δεν θα πάρει ποτέ πίσω. Αν το εισόδημα του αρχίσει να αυξάνεται μετά τον πρώτο χρόνο από 20% στο 19%, τον επόμενο στο 18% από αυτό που θα ήταν και μετά στο 17% από αυτό που θα ήταν, αν κανείς τα προσθέσει αυτά σε βάθος χρόνου, τότε σίγουρα η ζημιά είναι πολύ μεγαλύτερη. Μερικοί θα κατέληγαν με υψηλότερο νούμερο, άλλοι με χαμηλότερο αλλά αν κάποιος υπολογίσει αυτές τις απώλειες ως κόστος για την Ελλάδα, όχι ως μέρος του χρέους, τότε είναι φυσικά τεράστιες.

Αποτελεί μυστήριο για εμάς η γερμανική στάση, κυρίως του τότε υπουργού Οικονομικών Β. Σόιμπλε, που έστειλε την πρόταση για έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη τον Ιούλιο του 2015 υποστηρίζοντας την προσωρινή τουλάχιστον έξοδο της από το ευρώ. Ήταν διαπραγματευτική τακτική ή πραγματικό του «πιστεύω» και κατά πόσο είχε την στήριξη της Καγκελάριου;

Είμαι απολύτως βέβαιος ότι αυτό που παρουσίασε εκεί ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, είχε την υποστήριξη ολόκληρης της γερμανικής κυβέρνησης και δεν ήταν κάτι που έκανε μόνος του. Υπάρχει μία πολύ ισχυρή αίσθηση στη Γερμανία ότι οι κανόνες είναι κανόνες και πρέπει να ακολουθούνται. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αυθαίρετη τήρηση των κανόνων από την ελληνική κυβέρνηση το πρώτο εξάμηνο του 2015 εξόργισε ιδιαίτερα αυτούς που έλεγαν ότι οι κανόνες υπάρχουν για να τηρούνται. Ο λόγος ήταν ότι πιστεύουν πως η νομισματική ένωση είναι ένα πολύτιμο πράγμα που έχουν επενδύσει σε αυτήν ένα τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο. Θέλουν να είναι σταθερή για πάντα, δυναμική κλπ -νομίζω αυτή ήταν η σκέψη- και ότι μπορούμε καλύτερα να την εξασφαλίσουμε όσο υπάρχει σταθερότητα, και χωρίς αυτούς που δεν θέλουν να συμμορφωθούν με τους κανόνες της νομισματικής ένωσης.

Μπορείτε να περιγράψετε λίγο πώς ήταν το Eurogroup πριν την Σύνοδο Κορυφής (Ιούλιος 2015); Υπάρχει η αίσθηση ότι εναντίον της Ελλάδας ήταν μόνο η Γερμανία. Εσείς ήσασταν εκεί, μπορείτε να περιγράψετε πώς ένιωθαν οι υπόλοιπες χώρες για την Ελλάδα τότε;

Από τις 19 χώρες, αν εξαιρέσουμε την Ελλάδα, που είχε διαφορετική στάση, μένουν δεκαοχτώ. Και οι δεκαοχτώ ήταν βαθιά αναστατωμένες και μόνο δύο, το πολύ τρεις, ήταν αυτές που έλεγαν «ας δοκιμάσουμε άλλη μία φορά, να τους δώσουμε άλλη μία ευκαιρία». Νομίζω ότι όλες οι υπόλοιπες πίστευαν πως δε μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Ήταν το τέλος. Τελικά δεν ήταν το τέλος αλλά η αρχή για κάτι άλλο. Οι Γερμανοί μπορεί να ήταν οι μόνοι που είχαν γράψει αυτή την πρόταση, αλλά με διαφορετική μορφή και λίγο διαφορετικό περιεχόμενο, θα έλεγα ότι 16-17 κράτη μέλη υιοθετούσαν αυτήν την προσέγγιση. Μην το ξεχνάτε αυτό.

Από την αρχή του προγράμματος η χώρα είχε πρόβλημα με την ιδιοκτησία του. Πιστεύετε ότι όταν η Ελλάδα βρεθεί εκτός προγράμματος χωρίς πραγματικό έλεγχο, όπως είχαμε τα προηγούμενα χρόνια, θα συνεχίσει να κάνει μεταρρυθμίσεις και όχι πισωγυρίσματα έτσι ώστε να επιστρέψει η ανάκαμψη στην οικονομία;

Tο πόσο καλά λειτουργεί ένα πρόγραμμα σχετίζεται επίσης με το πόσο μια χώρα έχει εμπλακεί σε μία «αναζήτηση ψυχής» και αναζητώντας κατά πόσο η ίδια η χώρα ευθύνεται που έφτασε σε αυτό το χάος και όχι εξαιτίας μερικών «κακών ξένων». Εάν μου επιτρέπετε να σας θυμίσω τον τρόπο που ο πρώην επικεφαλής της ελληνικής στατιστικής υπηρεσίας έχει αντιμετωπιστεί, δείχνει μια μάλλον πλήρη έλλειψη κατανόησης του τι οδήγησε την Ελλάδα στην κρίση.

Οπότε τι σας κάνει να πιστεύετε ότι η Ελλάδα θα τηρήσει τα υποσχόμενα όταν δεν θα υπάρχει αυστηρή επίβλεψη και δεν θα έχει ανάγκη για χρηματοδότηση;

Είμαι πολύ σίγουρος ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί πάρα πολύ, να δημιουργήσει απασχόληση. Θα πάρει χρόνο μέχρι να μειωθεί η τεράστια ανεργία και ιδιαίτερα η ανεργία των νέων, αυτό θα πάρει χρόνο. Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτή η ελληνική κυβέρνηση, η επόμενη ελληνική κυβέρνηση και η κυβέρνηση μετά από αυτή για τα επόμενα 20 χρόνια θα κάνουν τα σωστά πράγματα, μπορούμε μόνο να ελπίζουμε. Υπάρχει επίσης κάποιος βαθμός δέσμευσης και τεχνολογίας, εφόσον η Ελλάδα δεν έχει εξοφλήσει το 75% του χρέους της, υπάρχει δέσμευση για βαθύτερο βαθμό επιτήρησης από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αναμένω πλήρως ότι μέχρι τα μέσα του 2018 θα γίνει ελάφρυνση του χρέους και ως μέρος κάποιων από αυτών των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους πιστεύω ότι για τα επόμενα χρόνια θα απαιτηθεί ακόμη περισσότερη πειθαρχία και συμφωνίες που θα αφορούν τη δημοσιονομική πολιτική ώστε να μην υπάρχει πισωγύρισμα βασικών μεταρρυθμίσεων, που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο των προγραμμάτων. Νομίζω ότι υπάρχει καλό υπόβαθρο να πιστεύουμε ότι τα βασικά στοιχεία των προγραμμάτων θα παραμείνουν μαζί μας, μαζί σας. Ελπίζω ότι αυτά θα θεωρηθούν ελληνικές πολιτικές και όχι κάποιων εξωτερικών παραγόντων. Ελπίζουμε ότι οι μελλοντικές κυβερνήσεις οποιουδήποτε χρώματος θα προχωρήσουν σθεναρά και θα καταστήσουν την Ελλάδα ανταγωνιστική για να μπορέσει να ενεργήσει δυνατά σε μια νομισματική ένωση.

Οι περισσότεροι νιώθουν ότι η φορολογία είναι πολύ υψηλή και ότι δεν θα μπορούν να συνεχίσουν να πληρώνουν τους φόρους του ελληνικού κράτους για πολύ ακόμα. Τι θα λέγατε σε κάποιον που μας βλέπει τώρα και ανησυχεί πολύ για την φορολογία; Υπάρχει χώρος για αλλαγή των στόχων, τουλάχιστον των πρωτογενών πλεονασμάτων που είναι προκαθορισμένα για τα επόμενα χρόνια;

Υπάρχουν δύο λόγοι που οι φόροι στην Ελλάδα θεωρούνται τόσο υψηλοί, αλλά δεν έχει να κάνει με την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, το κόστος του οποίου είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Χώρες όπως η Ιταλία, θα ήταν ευγνώμονες εάν είχαν τόσο χαμηλές υποχρεώσεις. 

 
Ο νούμερο ένα λόγος είναι η πολύ χαμηλή οικονομική δραστηριότητα μετά το σοκ που υπέστη η ελληνική οικονομία ειδικά το 2015. Εάν αφήσετε τους φορολογικούς συντελεστές όπως είναι, αλλά η οικονομική δραστηριότητα μειωθεί σημαντικά, οι φόροι αποτελούν πολύ μεγαλύτερο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος. Καθώς η ανάπτυξη θα μεγαλώνει, αυτό θα γίνεται ευκολότερο. 
 
Δεύτερος λόγος είναι ότι αν όλοι πληρώνουν τους φόρους τους, όπως θα περίμενε κανείς σε μια καλά λειτουργούσα δημοκρατία, τότε οι φορολογικοί συντελεστές συνολικά μπορεί να είναι σημαντικά χαμηλότεροι. Όσο περισσότερη φοροδιαφυγή έχετε λόγω των πελατειακών σχέσεων ή άλλων λόγων, τόσο υψηλότερος είναι ο φόρος για τους ανθρώπους που πληρώνουν. 
 
Πολλοί ελπίζουν ότι το 2019, 2020, 2021 μπορεί να τεθούν υπό διαπραγμάτευση τα πρωτογενή πλεονάσματα, ας πούμε να μειωθούν στο 1% του ΑΕΠ. Πολύ ειλικρινά, έχοντας 1% του ΑΕΠ λιγότερο, δεν θα κάνει τεράστια διαφορά στους φορολογικούς συντελεστές. 
Έχουμε τεράστιες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία, έχουμε έλλειψη επενδύσεων, έχουμε υψηλή φορολογία. 
 
Θέλετε να χρησιμοποιήσετε οποιοδήποτε περιθώριο για περισσότερες επενδύσεις; Αυτές χρειάζονται απεγνωσμένα.
Για χαμηλότερους φόρους; Απολύτως απαραίτητα. 

Νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι να επιτύχουμε όσο το δυνατόν ταχύτερα την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε τροχιά ανάπτυξης. Αυτό έχει να κάνει με την ανταγωνιστικότητα, με την ενίσχυση του κλάδου της Οικονομίας, που πάνε καλά και με την περαιτέρω ανάπτυξή τους. 
Η διάρθρωση πάντως της φορολογίας παραμένει στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης.

kathimerini.gr

Πηγή

Popular

To Top