Οικονομία

Πρωτογενής παραγωγή ή επένδυση στη γνώση;

Συχνά ακούμε από διάφορους κύκλους πολιτικούς και οικονομικούς, για τη σημασία της αύξησης της πρωτογενούς παραγωγής.


Δυστυχώς για μας που τα ακούμε αυτά η πλειοψηφία των ανθρώπων που τα λέει δεν γνωρίζει πως είναι διαρθρωμένη η οικονομία στις ανεπτυγμένες χώρες. Η Ελλάδα έχει τριτογενή τομέα παροχής υπηρεσιών του εύρους κοντά στο 75%.

Μεγάλος πρωτογενής τομέας σημαίνει ότι η οικονομία βασίζεται στην εξόρυξη πρώτων υλών και στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων. Παραδείγματα χωρών οι οποίες έχουν μεγάλο πρωτογενή τομέα είναι η Νιγηρία, το Κονγκό, η Ρωσία και γενικά άλλες χώρες οι οποίες αδυνατούν να παράγουν πλούτο από τη γνώση και τη μεταποίηση. 

Οι οικονομίες που βασίζονται στον πρωτογενή τομέα είναι κατά κανόνα φτωχότερες από εκείνες οι οποίες έχουν αναπτύξει τον δευτερογενή τομέα δηλαδή τη μεταποίηση των πρώτων υλών σε προϊόντα, και σίγουρα πολύ φτωχότερες από τις οικονομίες που έχουν ανεπτυγμένο τον τριτογενή τομέα των Υπηρεσιών.

Η Ρωσία για παράδειγμα που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εξόρυξη πρώτων υλών όπως τα καύσιμα, έχει μέγεθος ΑΕΠ αντίστοιχο με εκείνο της Ισπανίας. Όμως η Ρωσία έχει πληθυσμό παραπλήσιο με εκείνον της Γερμανίας, δηλαδή κοντά στα 100 εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ η Ισπανία έχει πληθυσμό λίγο παραπάνω από 40 εκατομμύρια ανθρώπους.

Από την άλλη πλευρά οικονομίες όπως η αμερικανική και η ελβετική, οι οποίες θεωρούνται από τις πιο ανεπτυγμένες παγκοσμίως, διαθέτουν τριτογενή τομέα που πλησιάζει το 75% του ΑΕΠ. Χρησιμοποιώντας τη γνώση και τις ανθρώπινες δεξιότητες παράγουν σχεδόν τριπλάσιο πλούτο από εκείνον που οι χώρες αυτές μπορούν να παράξουν με την εξόρυξη πρώτων υλών, τη γεωργική παραγωγή, και τη βιομηχανική και βιοτεχνική παραγωγή τους.

Το κύριο χαρακτηριστικό οικονομιών οι οποίες βασίζονται στις υπηρεσίες για την παραγωγή πλούτου είναι η ένταση γνώσεως η οποία απαιτείται από τους κατοίκους τους. Φυσικό επακόλουθο του παραπάνω είναι ότι εργαζόμενοι εξειδικευμένοι και με περισσότερες γνώσεις, έχουν υψηλότερες απαιτήσεις αποδοχών και κατά συνέπεια υψηλότερο βιοτικό επίπεδο.

Η Ελλάδα έχει συνεισφορά του τριτογενούς τομέα στην οικονομία της η οποία προσεγγίζει τα ποσοστά των ανεπτυγμένων οικονομιών. Το να μετακινηθεί ο λόγος πρωτογενούς/τριτογενούς τομέα προς τα πάνω σημαίνει ότι θα μειωθεί η δυνατότητα των εργαζομένων να έχουν εισοδήματα που διασφαλίζει η ένταση της απαιτούμενης για την εργασία τους γνώσης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομίας η οποία μετακινήθηκε από τον πρωτογενή τομέα στον τριτογενή σε βάθος λίγων δεκαετιών είναι η οικονομία των ΗΠΑ. Μετά το μεγάλο κραχ του 1929 οι ΗΠΑ έκαναν μετάβαση από το 90% των εργαζομένων της οικονομίας στη γεωργική παραγωγή, στο 40% και 30% ως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Την ίδια περίοδο η έμφαση δόθηκε στη μεταποίηση δηλαδή τη βιομηχανική και τη βιοτεχνική παραγωγή προϊόντων. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στην οικονομία των ΗΠΑ να πάρει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Στα επόμενα χρόνια χώρες όπως η Ιαπωνία ανταγωνιζόμενη τις Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησε έναν εξαιρετικό δευτερογενή τομέα, νικώντας τις ΗΠΑ σε εκείνο τον τομέα που τους έδωσε την παγκόσμια οικονομική πρωτοκαθεδρία.

Η απάντηση που έδωσαν οι ΗΠΑ σε αυτή την οικονομική πρόκληση ήταν να εφαρμόσουν εκτενώς το λεγόμενο reengineering βελτιώνοντας την ποιότητα και το κόστος των παραγόμενων προϊόντων, ενώ έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην Οικονομία της Γνώσης και των Υπηρεσιών. Δηλαδή τον τριτογενή τομέα.

Τόσο η έρευνα όσο και η τριτοβάθμια εκπαίδευση απορρόφησαν ένα σημαντικό ποσοστό του Α.Ε.Π. των ΗΠΑ στα επόμενα χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι πως λίγες μόλις δεκαετίες μετά από την Πετρελαϊκή κρίση του 1974, οι ΗΠΑ εισπράττουν από δικαιώματα προβολής για τις ταινίες του Χόλιγουντ και από άδειες λογισμικού, περισσότερα χρήματα από όσα πληρώνουν συνολικά για να εισάγουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Αντίστοιχα η Ελβετία, μια χώρα στην οποία δεν φυτρώνει κακαόδεντρο πουθενά, είναι ο μεγαλύτερος και καλύτερος παραγωγός σοκολάτας παγκοσμίως. Επίσης είναι η χώρα στην οποία το Τραπεζικό σύστημα αυξάνει το ΑΕΠ με την πώληση των τραπεζικών του υπηρεσιών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα άλλων χωρών.

Είναι αστείο να λέμε ότι μπορεί να δημιουργήσουμε ανάπτυξη και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων, επενδύοντας στον πρωτογενή τομέα δηλαδή στην εξόρυξη πρώτων υλών και στη γεωργική παραγωγή, όταν ήδη γνωρίζουμε ότι χωρίς τις επιδοτήσεις και το ειδικό καθεστώς για τον Γεωργικό τομέα, δεν θα ήταν δυνατόν να επιζήσει ο πληθυσμός της χώρας ο οποίος βασίζεται στη γεωργική παραγωγή για το εισόδημα του.

Οποιοσδήποτε μακροχρόνιος Αναπτυξιακός σχεδιασμός θα πρέπει να επικεντρωθεί στη βελτίωση της παιδείας που είναι απαραίτητη για να δημιουργήσει θέσεις εργασίας εντάσεις γνώσεως και ανθρωπίνων δεξιοτήτων που επιτρέπουν τη Μεγέθυνση του τριτογενούς τομέα. 

Οτιδήποτε άλλο θα συνεισφέρει στη φτωχοποίηση των Ελλήνων και τη μείωση του βιοτικού επιπέδου ακόμα πιο κάτω από αυτό που επεφύλαξε η εσωτερική υποτίμηση της οικονομίας μας κατά 25 τοις 100 στα χρόνια της κρίσης.

του Άγη Βερούτη
Ακολουθήστε τον Άγη Βερούτη στο Twitter: @Agissilaos
[email protected]
capital.gr

Πηγή

Popular

To Top