Οικονομία

Οφειλές 120 δισ. από 420.000 εταιρίες – Μέσω διαγραφής «κόκκινων δανείων» η διαπλοκή Τσίπρα – Καμμένου!

Τα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια και οι αναδιαρθρώσεις των χρεωμένων επιχειρήσεων είναι η μεγαλύτερη οικονομική «μπίζνα» των επόμενων ετών στην Ελλάδα.

Αν η δουλειά στηθεί με πολιτικούς όρους και τα κλειδιά κρίσιμων αποφάσεων περάσουν στα χέρια μηχανισμών τους οποίους θα μπορεί να ελέγξει η (εκάστοτε) κυβέρνηση, θα έχουμε φτιάξει την τέλεια συνταγή για να δημιουργήσουμε την επόμενη γενιά διαπλεκόμενων συμφερόντων στη χώρα.

Φανταστείτε την αντίστροφη διαδικασία από αυτή που συνηθίζονταν τα προηγούμενα χρόνια. Από τις τράπεζες που έδιναν σωρηδόν δάνεια σε αφερέγγυες επιχειρήσεις, να περάσουμε σε υπουργούς ή πολιτικά στελέχη που θα έχουν την πολιτική δύναμη και τον «τρόπο» να τα διαγράφουν εξυπηρετώντας συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Το θέμα δεν έχει ακόμη κλείσει. Όχι τυχαία αυτή την περίοδο έχει ξεσπάσει σκληρή κόντρα μεταξύ τραπεζιτών, Τράπεζας της Ελλάδας και κυβέρνησης για την περιβόητη διάταξη που θα παρέχει αυξημένη προστασία από ποινικές διώξεις στα στελέχη των τραπεζών και του Δημοσίου για τις αναδιαρθρώσεις και τις διαγραφές δανείων. Τέτοια προστασία παρέχεται κατά κάποιο τρόπο ήδη με νόμο του 2014 ο οποίος προβλέπει ότι εφόσον τηρούνται οι κανονισμοί της Τράπεζας της Ελλάδας και της ΤτΕ, τότε δεν υπάρχει ζήτημα απιστίας των στελεχών.

Ποιος θα πιστοποιεί

Το θέμα είναι, όμως, ποιος θα «πιστοποιεί» ότι πράγματι τηρήθηκαν ή όχι οι κανόνες. Θα είναι λ.χ η Τράπεζα της Ελλάδας για λογαριασμό των τραπεζών και ο Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης για το Δημόσιο, θα είναι ο Εισαγγελέας ή κάποιος άλλος μηχανισμός;

Στην πρώτη και τη δεύτερη περίπτωση Αρχές που είναι ανεξάρτητες από το πολιτικό σύστημα θα ενίσχυαν αποφασιστικά τις αρμοδιότητές τους. Στη δεύτερη θα ήταν το «κράτος» και οι ελεγχόμενοι μηχανισμοί του που θα είχαν το πάνω χέρι.

Αρκετοί στην κυβέρνηση είδαν την νομοθετική ρύθμιση της «προστασίας» ως ένα μέσο να ενισχυθεί η επιρροή τους στις αποφάσεις που θα λαμβάνονται για τις αναδιαρθρώσεις των δανείων προς τις επιχειρήσεις. Προσπάθησαν να πείσουν για την ανάγκη να δημιουργηθούν ενδιάμεσες «επιτροπές» από ανθρώπους που θα ελέγχουν και θα πιστοποιούν ότι τα τραπεζικά στελέχη ή οι δημόσιοι υπάλληλοι στις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία κάνουν σωστά τη δουλειά τους ώστε να μην καταλήξουν κατηγορούμενοι στα δικαστήρια. Δηλαδή ότι τηρούν ή όχι τους κανονισμούς που προβλέπονται από την Τράπεζα της Ελλάδας, τις εσωτερικές διαδικασίες που έχει κάθε τράπεζες, τη νομοθεσία στο Δημόσιο κ.α.

Μια τέτοια ρύθμιση που ουσιαστικά θα προβλέπει ότι τη δουλειά που έχει την τεχνογνωσία να κάνει η Τράπεζα της Ελλάδας ή ο Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, θα την κάνουν «τρίτοι», πιθανώς «επιμελώς» τοποθετημένοι από την εκάστοτε κυβέρνηση, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ατραπούς που κανείς δεν θέλει να σκεφτεί.

Μια σοβαρή διάσταση είναι ότι θα μπορούσε λ.χ να κρατά σε διαρκή ομηρία στελέχη και υπαλλήλους τραπεζών ώστε να λαμβάνουν συγκεκριμένες αποφάσεις για συγκεκριμένες επιχειρήσεις και ιδιοκτήτες εταιρειών, υπό το φόβο της παραπομπής και των ατέρμονων νομικών επιπλοκών.

Η διάταξη ξαναγύρισε πίσω

Την περασμένη εβδομάδα κατά τις διαπραγματεύσεις που έγιναν με τους δανειστές, το υπουργείο Δικαιοσύνης που έχει αναλάβει να νομοθετήσει την προστασίας των τραπεζικών στελεχών από άσκοπες ποινικές διώξεις, δεν κατάφερε να βρει μια συμφωνία ούτε την τρόικα, ούτε τους εκπροσώπους της Τράπεζας της Ελλάδας για τη διατύπωση και το περιεχόμενο της ρύθμισης. 

Η διάταξη ξαναγύρισε πίσω και έκτοτε αγνοείται. Το γεγονός ότι βρίσκεται επί μήνες σε εκκρεμότητα και δεν παρουσιάζεται, έχει προκαλέσει σοβαρά ερωτηματικά για τις προθέσεις της κυβέρνησης, πολύ δε περισσότερο όταν η κατάθεση ρύθμισης δεν συγκαταλέγεται στα «προαπαιτούμενα» του μνημονίου.

Προσοχή, δεν μιλάμε για «ποινική ασυλία» και «ακαταδίωκτο» έναντι των τραπεζιτών όπως πολλοί ισχυρίζονται, αλλά για μια ρύθμιση που σε απλά λόγια θα προβλέπει ότι εφόσον η τράπεζα, ο τραπεζίτης ή στέλεχος της, έχει πάρει την απόφαση αναδιάρθρωσης με βάση τους εσωτερικούς κανονισμούς και τους κανόνες της ΤτΕ, τότε δεν μπορεί να διωχθεί εφόσον τηρεί τις διαδικασίες. Ο Εισαγγελέας θα στέλνει τη μήνυση στις αρμόδιες Αρχές και εκείνες θα κάνουν τον έλεγχο για να διαπιστώσουν αν ευσταθεί.

Όπως έχει προταθεί, για να μπορέσει ο Εισαγγελέας να του ασκήσει δίωξη ακόμη κι αν έχει καταγγελία στα χέρια του, θα πρέπει είτε η Τράπεζα της Ελλάδας ή ο Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης να έχουν διαπιστώσει μετά από έλεγχο ότι έχουν παραβιαστεί οι κανονισμοί από τους υπαλλήλους, είτε η Δικαιοσύνη να διαθέτει στοιχεία για ύπαρξη δόλου, απιστίας, χρηματισμού, πρόκλησης ζημιάς στο Δημόσιο ή στην τράπεζα κ.α

Σήμερα ο Εισαγγελέας έχει τη δυνατότητα να ασκήσει διώξεις στα στελέχη τραπεζών, ακόμη και αν δεν υπάρχουν στοιχεία σε βάρος τους, παρά μόνο καταγγελίες. Τραπεζικοί υπάλληλοι και στελέχη χρειάζεται να περιμένουν μήνες ή χρόνια μέχρι το δικαστήριο να βρει τα στοιχεία εκείνα που πιστοποιούν ότι δεν έχουν ευθύνη.

Ένα εύλογο ερώτημα είναι τι θα μπορούσε να συμβεί αν αύριο ξεκινήσουν μαζικές ρυθμίσεις ή διαγραφές δανείων χωρίς να υπάρχει επαρκής νομική κάλυψη. 

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Το μισό τραπεζικό σύστημα θα βρεθεί υπό διωγμό και θα μπορεί να το κρατά οποιοσδήποτε από το χέρι.

Μιλάμε για περισσότερα από 60 δισ. ευρώ επιχειρηματικών δανείων μόνο προς τις τράπεζες και άλλα τόσα ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο που το ξεκαθάρισμά τους νομοτελειακά κάποιους θα ωφελήσει και κάποιους θα αφανίσει από τον επιχειρηματικό χάρτη των 420.000 «κόκκινων» εταιρειών.

Το να τρέξει γρήγορα η διαδικασία ξεκαθαρίσματος είναι η μία πλευρά του νομίσματος που αφορά κυρίως τις τράπεζες. 

Όμως είναι ακόμη πιο σημαντικό αυτό το να γίνει με καθαρούς όρους και χωρίς σκιές αν θέλουμε να ελπίζουμε ότι δεν θα ξεπηδήσουν τέρατα από τις στάχτες της χρεοκοπίας.

Του Βασίλη Γεώργα
liberal.gr

Πηγή

Click to comment

Popular

To Top