Εκτεταμένη ανάλυση για το εάν θα επιτύχει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, δημοσιεύει στο blog του ο Paul Mason, με τίτλο Greeceelection: opposition partys main enemy will be time.

Με αφορμή ένα ερωτηματολόγιο που κυκλοφορεί στο Facebook με τίτλο «Είσαι αρκετά ΣΥΡΙΖΑ;» και το οποίο θέτει ως τελευταία από μια σειρά ερωτήσεων «εάν πιστεύετε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιτύχει ως κυβέρνηση», σχολιάζει ότι η επιλογή των απαντήσεων δεν είναι κολακευτική για ένα ακροαριστερό κόμμα: (Όχι, Με τίποτε, Χα χα όχι ή κανείς δεν το πιστεύει) και προσθέτει ότι καθώς η προθεσμία για την εκλογή ΠτΔ πλησιάζει, και μετά από αυτό οι εκλογές και πιθανώς μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αξίζει κανείς να εξετάσει τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο αρχηγός του  κόμματος Αλέξης Τσίπρας, εάν γίνει πρωθυπουργός.

Ο δημοσιογράφος τονίζει ότι οι δείκτες που αναφέρονται στο χρέος ή στα φορολογικά έσοδα δεν κρύβονται και ως εκ τούτου οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση θα έλθει ενώπιον των ίδιων σκληρών δυναμικών για το χρέος.

Εν συνεχεία ο δημοσιογράφος παραθέτει την εικόνα που παρουσιάζει το ελληνικό χρέος, επικαλούμενος στοιχεία από τoυς Eurobank, Renaissance, BoAML, καθώς και συνεντεύξεις από δύο στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες ελήφθησαν στα μέσα Δεκεμβρίου.

Με τίτλο, η Ελλάδα σε αριθμούς, o Mason αναφέρει ότι η χώρα χρωστά συνολικά 319 δις ευρώ διηρημένα ως εξής: 205 δις σε χώρες της ευρωζώνης, 27 δις στην ΕΚΤ, 31 δις στο ΔΝΤ και 56 δις σε κατόχους ομολόγων, τα οποία αν και δείχνουν ότι πρόκειται για ένα τεράστιο χρέος, τέσσερα έτη πικρής λιτότητας έκαναν εφικτή τη διαχείρισή του. Σε αντίθεση με τη Βρετανία, η Ελλάδα πλέον έχει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και ετοιμάζεται για πρωτογενές πλεόνασμα, αν και σε αυτό διαφωνούν οι δανειστές. Αναλυτές της Eurobank αναφέρουν ότι η λύση που συζητείται για παράταση για δύο έτη της γραμμής πίστωσης για τα 9,5 δις του ESM και το δάνειο των 12,5 δις του ΔΝΤ, αρκούν για τις ανάγκες της Ελλάδας, ωστόσο ο δημοσιογράφος εκτιμά ότι από τη στιγμή που το αρχικό σχέδιο διάσωσης απλώς ανέβαλε το χρόνο αποπληρωμής, παρατηρητές πιστεύουν ότι θα πρέπει να γίνει περαιτέρω διαγραφή. Μια πρόταση είναι η ΕΕ να δώσει 20 ετή παράταση για το δάνειο που έδωσε, το οποίο θα ισοδυναμούσε με 50δις ευρώ διαγραφή συν μηδενικό επιτόκιο για 10 έτη, συν πολύ χαμηλό σταθερό επιτόκιο 0,6%. Αυτό αποτελεί μια «θεωρητική» διαγραφή που υπάρχει ως μοντέλο σε μια σημείωση από την Eurobank Global Market Research τις 17 Δεκεμβρίου.

Σε μακροπρόθεσμη προοπτική μια τέτοια διαγραφή θα επηρέαζε μόνο τον «επίσημο τομέα» (official sector), και θα μείωνε μαζικά την αναλογία χρέους ΑΕΠ κατά 25% για τα έτη 2033-2042, ωστόσο μετά το 2043 και ως το 2064 και πάλι η κατάσταση θα χειροτέρευε δραματικά, επισημαίνει ο δημοσιογράφος. Για να πάρει αυτά τα 22 δις άμεσα η κυβέρνηση Σαμαρά, πρέπει να δεσμευθεί σε περισσότερη λιτότητα, το οποίο μεταφράζεται σε περικοπές μισθών και περαιτέρω επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα, εξ ού και η παρούσα κρίση. Οκ. Σαμαράς χρειάζεται καλύτερη εντολή για να το αντιμετωπίσει και γι αυτό προκήρυξε προεδρικές εκλογές.

Εξετάζοντας από την άλλη το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, ο Paul Mason κάνει τις εξής επισημάνσεις:

Η πρόταση αναδιαπραγμάτευσης της διαγραφής του μισού των 319 δις ευρώ, ρίχνοντας όλο το βάρος στην ΕΕ και την ΕΚΤ ( αποπληρώνει το ΔΝΤ και δεν διαγράφει το χρέος του ιδιωτικού τομέα), και ακολούθως η ΕΚΤ να αγοράσει όλο το χρέος με μηδενικό επιτόκιο για 60 έτη, δείχνει πιο ευνοϊκή από το θεωρητική λύση της Eurobank, μακροπρόθεσμα, ωστόσο, το πρόβλημα που παραμένει είναι τι θα γίνει βραχυπρόθεσμα αφού:

Εάν ακυρώσει τη λιτότητα πρέπει να βρεθούν τα 5,3 δις ευρώ που πρέπει να δοθούν το 2015 καθώς και επιπλέον 14 δις εάν θέλει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Παράλληλα ακυρώνοντας τις ιδιωτικοποιήσεις θα χρειαστεί επιπλέον 5,6 δις τα οποία θα προστεθούν στα 22 δις που χρειάζεται να δανειστεί, ενώ το 2015 είναι έτος που λήγουν ομόλογα και τέλος θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι η Ελλάδα δεν αναμένεται να δανειστεί από τις αγορές. Αναλυτές της Bank of America MerillLynch πιστεύουν ότι ο Τσίπρας θα έλθει αντιμέτωπος με μια τρύπα στον προϋπολογισμό τουλάχιστον 28 δις στα δύο πρώτα έτη διακυβέρνησης χωρίς να έχει από κάπου να δανειστεί και 17 δις ευρω πληρωμές τον πρώτο χρόνο.

Οι κίνδυνοι που εγκυμονεί μια τέτοια κατάσταση είναι οι εξής:

  • Φυγή κεφαλαίων εάν προκύψει ότι κερδίζει ο ΣΥΡΙΖΑ
  • Κακός υπολογισμός διαπραγμάτευσης και πυροδότηση κρίσης χρεωκοπίας καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ δε διαθέτει εμπειρία στη διακυβέρνηση και στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς.
  • Η μεγάλη βάση του ΣΥΡΙΖΑ δε θα αποδεχθεί μια αργή οικονομική αλλαγή που υπονοείται στο σχέδιό του και το κόμμα θα χάσει τη συνοχή του υπό την πίεση να πάρει την εξουσία.
  • Σχολιάζοντας τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ με δεδομένους αυτούς τους κινδύνους, εκτιμά ότι τα πέντε έτη λιτότητας οδήγησαν σε ψυχολογική κατάρρευση εκατομμύρια ανθρώπους οι οποίοι νιώθουν ότι δεν εισέπραξαν καμία ηθική αλληλεγγύη από την εγχώρια ή την ευρωπαϊκή ελίτ. Αυτό σημαίνει ότι μια ακατέργαστη πλειοψηφία Ελλήνων θέλει να δοθεί τέλος στη λιτότητα και στη μόνιμη συγκυβέρνηση δεξιών και κεντρώων κομμάτων παλιού στυλ που βασίζεται στην πελατεία. Εάν αποτύχει η εκλογή ΠτΔ οι επιθυμίες τους θα πραγματοποιηθούν. Τι θα κερδίσουν εξαρτάται από το εάν ένα κόμμα ακτιβιστών και καθηγητών θα μπορέσει να διοικήσει την πιο προβληματική οικονομία στον αναπτυγμένο κόσμο, καταλήγει.
  • Στον επίλογό του ο Paul Mason αναφέρεται στη δημοτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ και τονίζει ότι το χειρότερο σενάριο εάν κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια βραχυπρόθεσμη κρίση πληρωμών, κακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ, κοινωνική αναταραχή, φυγή κεφαλαίων και χρεωκοπία, ενώ το καλύτερο σενάριο θα ήταν η επίτευξη μιας μακροπρόθεσμης συμφωνίας για το χρέος, που θα πρέπει όμως να ακολουθήσει τακτική σε σχέση με τις πληρωμές του 2015, ενώ η κοινωνική αναταραχή θεωρείται και σε αυτή την περίπτωση δεδομένη.
  • Η βιωσιμότητα μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ εξαρτάται από το αν ρυθμιστές είναι η ΕΕ και το ΔΝΤ, ενώ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο χρόνος, συμπληρώνει και τονίζει ότι όσοι έχουν συναντήσει το οικονομικό επιτελείο του, πιστεύουν ότι ενεργούν σα να γνωρίζουν ότι μάλλον η κα Μέρκελ θα πει ναι ενώ υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πει όχι και δεν συνειδητοποιούν πόσο σκληροί είναι η ΕΚΤ, το ΔΝΤ και οι ιδιώτες επενδυτές. Παράλληλα εκτιμά ότι θα υπάρξει πολυεπίπεδη πολιτική κρίση καθώς το επίσημο σύστημα είναι διάτρητο από την διαφθορά, από τους νοσοκομειακούς γιατρούς ως τα ανώτατα επίπεδα της κυβέρνησης , επιπλέον δε, δεν θα πρέπει να αγνοηθούν έκτροπα, διεισδύσεις φασιστών σε συγκεκριμένα αστυνομικά πόστα όπως και η μεγάλη αναρχική αριστερά. Όπως σχολιάζει ό Γιάννης Παλαιολόγος, «το κύριο πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι το χρέος αλλά η ανυπαρξία ενός ανεξάρτητου κράτους που στέκεται πάνω από τις τοπικές και τομεακές απαιτήσεις»
  • Σχολιάζοντας τι θέση θα κρατήσει η Γερμανία ο δημοσιογράφος παραπέμπει σε μια αναφορά που του Charles Robertson της Renaissance Capital, ότι «υπάρχει πιθανότητα η Καγκελάριος Μέρκελ να πει ναι στο ΣΥΡΙΖΑ με δεδομένο ότι έκανε το ίδιο το 2010 ,ενώ επίσης, ένα «ναι» δεν είναι και τόσο ακριβό, ο ίδιος όμως αναλυτής προειδοποιεί ότι «αυτό το προηγούμενο μπορεί να πείσει τη Μέρκελ και την ΕΚΤ να πουν όχι».
  • Στο ερώτημα τι μπορεί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Mason απαντά χαρακτηριστικά ότι «αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το «μουσικό ρυθμό» της Ευρώπης». Μιλώντας με τους σχεδιαστές του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, Γ. Σταθάκη και Ι. Μηλιό,τοποθετούν το κόμμα μέσα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό διάλογο, καθώς μέρη του ευρωπαϊκού κατεστημένου επιθυμούν την εφαρμογή ποσοτικών ελαφρύνσεων από την ΕΚΤ, χαλάρωση της δημοσιονομικής λιτότητας και εφαρμογή μιας πιο κεϋνσιανής έκδοσης διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε αντίθεση με τη Γερμανία. Οι καθηγητές του ΣΥΡΙΖΑ πιστεύουν ότι μπορούν να εντάξουν το ελληνικό πρόβλημα χρέους μέσα σε αυτή τη δυναμική, και με τη βοήθεια του γερμανικού Die Linke και του ισπανικού Podemos και κάποιων αριστερών σοσιαλδημοκρατών, να διαπραγματευθούν μια μεγαλύτερη διαγραφή. Ωστόσο, κατά την άποψη του Mason το ίδιο τους το πρόγραμμα ανάπτυξης βασίζεται στην εσωστρεφή επένδυση η οποία θα λαμβάνει χώρα την ίδια στιγμή που θα ρυθμίζεται εκ νέου η αγορά εργασίας και θα αποκαθίστανται οι κοινωνικές δαπάνες.
  • Και οι τρεις κίνδυνοι, σημειώνει ο δημοσιογράφος οδηγούν στην ίδια κατεύθυνση αλλά με διαφορετικό βηματισμό, ήτοι φυγή κεφαλαίων, bank run, bail in τραπεζών κατά το κυπριακό πρότυπο και τελικώς χρεωκοπία. Παρότι μια έξοδος από το ευρώ δεν είναι επιθυμητή από καμία πλευρά, παραμένει ως πιθανότητα.